Η Δευτέρα 17 Αυγούστου είναι για πολλούς η ημέρα της μεγάλης επιστροφής. Τελείωσε το πρώτο μεγάλο κύμα των θερινών διακοπών, πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος και χιλιάδες εργαζόμενοι ξαναμπαίνουν στα σπίτια, στα γραφεία, στα καταστήματα και στην καθημερινότητά τους.
Και μαζί τους επιστρέφουν οι λογαριασμοί.
Το ερώτημα είναι πολύ απλό: τι βρίσκει μπροστά του ο πολίτης όταν ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του;
Δόση στεγαστικού ή καταναλωτικού δανείου. Πιστωτική κάρτα. Εφορία. Ρεύμα. Τηλέφωνο. Κοινόχρηστα. Σούπερ μάρκετ. Καύσιμα. Και, κυρίως, το ερώτημα πόσο από τον μισθό του Αυγούστου έχει απομείνει για να βγει το δεύτερο δεκαπενθήμερο.
Αυτή την πραγματικότητα πρέπει να έχει μπροστά της η κυβέρνηση όταν σχεδιάζει όσα θα ανακοινωθούν στη Θεσσαλονίκη. Όχι μόνο μέτρα μιας χρήσης και προσωρινές ενισχύσεις. Χρειάζονται μόνιμες παρεμβάσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, στη φορολογία, στο κόστος ζωής και στους μισθούς.
Το έχουμε ξαναγράψει: όταν έρθει η ώρα της κάλπης, ο ψηφοφόρος δεν θα μπει στο παραβάν κρατώντας πίνακες μακροοικονομικών επιδόσεων. Θα έχει στο μυαλό του τον μισθό του και τους λογαριασμούς του.
Υπάρχει όμως και μια άλλη Ελλάδα. Εκείνη που σήμερα δεν επιστρέφει από πουθενά, γιατί δεν έφυγε ποτέ.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν διαχρονικά πόσο μεγάλο είναι το ποσοστό των Ελλήνων που δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι. Για αυτούς ο Αύγουστος μπορεί να ήταν ένα ταβερνάκι της γειτονιάς, μια κοντινή παραλία, ένας θερινός κινηματογράφος.
Και ίσως αυτοί να είναι το σημαντικότερο ακροατήριο της φετινής ΔΕΘ. Γιατί δεν γύρισαν για να βρουν τα χρέη τους.
Δεν έφυγαν, ακριβώς επειδή τα χρέη τους δεν τους άφησαν να φύγουν.