Η επιστροφή στη δουλειά και στους ρυθμούς της καθημερινότητας μετά τις καλοκαιρινές διακοπές δεν είναι εύκολη για όλους. Για αρκετούς ανθρώπους, οι πρώτες ημέρες μετά την επιστροφή μπορεί να συνοδεύονται από άγχος, εκνευρισμό, κούραση, μειωμένη διάθεση ή ένα γενικό αίσθημα μελαγχολίας.
Το φαινόμενο είναι γνωστό ως «blues της επιστροφής», ωστόσο η συγκεκριμένη έκφραση δεν περιγράφει κάποια επιστημονικά αναγνωρισμένη ασθένεια και δεν αποτελεί επίσημη κλινική διάγνωση, σύμφωνα με δημοσίευμα της Parisien.
Ο δρ. Μικαέλ Ροσουά, γενικός γιατρός στο Οτρό της Γαλλίας, υπογραμμίζει ότι δεν θα πρέπει κάθε περίπτωση κακής διάθεσης μετά τις διακοπές να αποδίδεται αυτομάτως σε αυτό το φαινόμενο. Όπως εξηγεί, όταν ένας άνθρωπος δεν είναι καλά, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί τι πραγματικά συμβαίνει και αν πρόκειται, για παράδειγμα, για εποχική κατάθλιψη, κλασικό burnout ή για μια κατάσταση που δεν συνδέεται με κάποιο καθαρά ιατρικό πρόβλημα.
Η δύσκολη μετάβαση από την ανεμελιά στη ρουτίνα
Οι ειδικοί θεωρούν ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι η απότομη αλλαγή που μεσολαβεί ανάμεσα στις διακοπές και την επιστροφή στην καθημερινότητα.
Ο ψυχολόγος Πατρίκ Αμάρ, γενικός διευθυντής της εταιρείας εργασιακής υγείας Axis Mundi, εξηγεί ότι το «blues της επιστροφής» αποτελεί κυρίως έναν καθημερινό όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει συναισθήματα όπως η μελαγχολία, η πεσμένη διάθεση, η απουσία ενθουσιασμού ή το άγχος που μπορεί να προκαλέσει η επιστροφή στην εργασία.
Μετά από μια περίοδο κατά την οποία κάποιος έχει αφήσει στην άκρη υποχρεώσεις και προβλήματα και έχει απολαύσει περισσότερη ελευθερία, καλείται ξαφνικά να επιστρέψει στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Αυτή η έντονη αντίθεση μπορεί να δημιουργήσει ένα αίσθημα μελαγχολίας, ιδιαίτερα όταν οι διακοπές ήταν ιδιαίτερα ευχάριστες.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι διακοπές έχουν συνδεθεί με σημαντική ενίσχυση του αισθήματος ευεξίας. Σύμφωνα με τον Ροντό, στο παρελθόν υπήρχε η αντίληψη ότι τα θετικά αποτελέσματα των διακοπών χάνονταν μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Νεότερη μελέτη, ωστόσο, δείχνει ότι η ευεργετική αυτή επίδραση μπορεί να διαρκέσει ακόμη και τρεις εβδομάδες.
Έτσι, η επιστροφή στη δουλειά δεν είναι απαραίτητα από μόνη της η αιτία της δυστυχίας. Σε μεγάλο βαθμό, η δυσφορία μπορεί να προκύπτει από την ξαφνική μετάβαση από μια ευχάριστη και χαλαρή κατάσταση σε μια καθημερινότητα με περισσότερες απαιτήσεις.
Ποιοι μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο
Η εμπειρία δεν είναι ίδια για όλους. Ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται να είναι πιο ευάλωτοι σε αυτή τη συναισθηματική μεταβολή, ιδιαίτερα όσοι έχουν μεγαλύτερη τάση προς το άγχος ή την απαισιοδοξία, αλλά και εκείνοι που δυσκολεύονται να βρουν ευχαρίστηση και ικανοποίηση στην καθημερινή τους ζωή.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να έχει και το πώς ήταν οι διακοπές που προηγήθηκαν, αλλά και η φύση της εργασίας στην οποία επιστρέφει κάποιος. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στην εμπειρία των διακοπών και στις συνθήκες της εργασιακής καθημερινότητας, τόσο πιο έντονα μπορεί να γίνει αντιληπτή η αλλαγή στη διάθεση.
Παράλληλα, δεν υπάρχουν αρκετά επιστημονικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν ότι οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα το συγκεκριμένο φαινόμενο από τους άνδρες. Δεν υπάρχουν επίσης επαρκείς ενδείξεις ότι οι κάτοικοι των πόλεων είναι περισσότερο ευάλωτοι σε σχέση με όσους ζουν στην επαρχία.
Ο ρόλος του φθινοπώρου και του φυσικού φωτός
Η επιστροφή στην καθημερινότητα τον Σεπτέμβριο πραγματοποιείται την ίδια περίοδο που οι ημέρες αρχίζουν σταδιακά να μικραίνουν. Ο ήλιος ανατέλλει αργότερα, δύει νωρίτερα και η έκθεση στο φυσικό φως μειώνεται.
Η συγκεκριμένη αλλαγή μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία και τα επίπεδα ενέργειας. Η περιορισμένη έκθεση στο φυσικό φως είναι γνωστό ότι συνδέεται με μεταβολές στη διάθεση και μπορεί να συμβάλει στην εποχική πτώση της ψυχολογίας.
Ωστόσο, το φθινόπωρο δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία. Η μελαγχολία που εμφανίζεται μετά το τέλος των διακοπών μπορεί να παρουσιαστεί οποιαδήποτε στιγμή μέσα στη χρονιά, ακόμη και την άνοιξη.
Επομένως, το φαινόμενο φαίνεται να συνδέεται κυρίως με τη μετάβαση από την περίοδο των διακοπών πίσω στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και όχι αποκλειστικά με την αλλαγή της εποχής.
Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι παροδικό
Για τους περισσότερους ανθρώπους, η πεσμένη διάθεση που εμφανίζεται μετά τις διακοπές δεν διαρκεί πολύ και υποχωρεί καθώς επανέρχονται σταδιακά στους κανονικούς τους ρυθμούς.
Ο Πατρίκ Αμάρ επισημαίνει ότι το «blues της επιστροφής» συνήθως περνάει γρήγορα. Επομένως, ένα μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος αισθάνεται λιγότερο ευδιάθετος δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανησυχίας. Χρειάζεται, όμως, μεγαλύτερη προσοχή όταν η θλίψη, η απώλεια ενδιαφέροντος ή η έλλειψη διάθεσης δεν υποχωρούν, αλλά αντίθετα επιμένουν και αρχίζουν να επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινή ζωή.
Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να μην πρόκειται απλώς για τη φυσιολογική δυσκολία προσαρμογής μετά τις διακοπές. Οι ειδικοί μπορούν να διερευνήσουν αν υπάρχει κάποια άλλη αιτία, όπως για παράδειγμα εποχική κατάθλιψη.
Για να αξιολογήσουν την κατάσταση, οι γιατροί εξετάζουν συγκεκριμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται το κλάμα, τη διάρκεια και την ένταση των συμπτωμάτων, καθώς και το αν υπάρχουν αυτοκτονικές σκέψεις, όπως επισημαίνεται στο γαλλικό μέσο. Το σημαντικό, επομένως, είναι να διαχωρίζεται μια προσωρινή συναισθηματική δυσκολία από μια επίμονη και σημαντική αλλαγή στη διάθεση.