Οι οδηγοί καλούνται να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των πινακίδων κυκλοφορίας των οχημάτων τους, καθώς ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για όσους δεν συμμορφώνονται με τις σχετικές διατάξεις.
Με την πλήρη εφαρμογή του νέου ΚΟΚ από τις αρχές του έτους, το πλαίσιο των υποχρεώσεων των οδηγών έχει γίνει σημαντικά αυστηρότερο. Αν και το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί κυρίως στις σοβαρές παραβάσεις, όπως η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και η υπερβολική ταχύτητα, εξίσου αυστηρές είναι και οι προβλέψεις που αφορούν την ταυτοποίηση των οχημάτων.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζουν οι πινακίδες κυκλοφορίας, οι οποίες αποτελούν το βασικό μέσο αναγνώρισης κάθε οχήματος. Χρησιμοποιούνται σε κάθε διοικητική πράξη που αφορά το αυτοκίνητο, ενώ παράλληλα επιτρέπουν στις αστυνομικές αρχές και στα συστήματα ηλεκτρονικής επιτήρησης να ταυτοποιούν το όχημα κατά τη διάρκεια ελέγχων ή μετά τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων.
Για τον λόγο αυτό, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με την κατάσταση και την ευκρίνεια των πινακίδων, ορίζοντας σαφώς τόσο τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν όσο και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης.
Το θέμα επανήλθε πρόσφατα στο προσκήνιο μέσα από ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οδηγός περιέγραψε την εμπειρία του από αστυνομικό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι δύο γράμματα της πινακίδας του δεν ήταν πλέον ευδιάκριτα λόγω φυσιολογικής φθοράς. Ως αποτέλεσμα, του επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο 350 ευρώ, ενώ παράλληλα αφαιρέθηκαν η άδεια οδήγησης και τα στοιχεία κυκλοφορίας του οχήματος για διάστημα 30 ημερών.
Πρόκειται για ένα πρόβλημα που εμφανίζεται συχνά, κυρίως σε παλαιότερα οχήματα. Η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο, οι καιρικές συνθήκες και οι φθορές που προκαλούνται από χαλίκια και άλλα αντικείμενα του οδοστρώματος μπορούν, με την πάροδο του χρόνου, να αλλοιώσουν την επιφάνεια των πινακίδων, καθιστώντας τες δυσανάγνωστες.
Ωστόσο, η φθορά αυτή δεν απαλλάσσει τον ιδιοκτήτη από τις ευθύνες του. Σύμφωνα με το άρθρο 94 του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όποιος οδηγεί όχημα του οποίου οι πινακίδες δεν είναι ευκρινώς ορατές ή δεν μπορούν να αναγνωριστούν από τα τεχνικά μέσα βεβαίωσης παραβάσεων, καθώς και όποιος έχει τοποθετήσει πάνω τους μη αντανακλαστικό υλικό, τιμωρείται με τις κυρώσεις της κατηγορίας Ε3Β.
Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν διοικητικό πρόστιμο ύψους 350 ευρώ, καθώς και αφαίρεση της άδειας οδήγησης και των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος για 30 ημέρες. Το ίδιο ακριβώς πλαίσιο εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις οχημάτων που κυκλοφορούν χωρίς πινακίδες ή με μη νόμιμες πινακίδες.
Αξιοσημείωτη είναι και η συνέχεια της υπόθεσης που περιέγραψε ο οδηγός. Μετά τη βεβαίωση της παράβασης, απευθύνθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες προκειμένου να αντικαταστήσει τις φθαρμένες πινακίδες. Ωστόσο, η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε άμεσα, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμη πρώτη ύλη για την κατασκευή νέων πινακίδων, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να περιμένει μέχρι να καταστεί δυνατή η έκδοσή τους.