Η Κρήτη βρίσκεται ξανά στην πρώτη γραμμή του μεταναστευτικού, με τις λέμβους να φτάνουν διαδοχικά από τη Λιβύη, τις λιμενικές αρχές και τη Frontex σε συνεχή κινητοποίηση και τους δήμους να σηκώνουν ένα βάρος που ξεπερνά κατά πολύ τις οικονομικές και οργανωτικές τους δυνατότητες. Ο καλός καιρός και η σχετική μπουνάτσα στη θάλασσα λειτουργούν ως «παράθυρο ευκαιρίας» για τα κυκλώματα των διακινητών, ενώ στο παρασκήνιο πληθαίνουν οι εκτιμήσεις για εργαλειοποίηση των ροών, με βλέμματα στραμμένα και στον ρόλο της Τουρκίας μέσω της λιβυκής εξίσωσης.
Νέα επιχείρηση διάσωσης πραγματοποιήθηκε τις πρωινές ώρες της Τετάρτης ανοιχτά των Καλών Λιμένων, στην Κρήτη, όπου περιπολικό σκάφος του Λιμενικού περισυνέλεξε 41 μετανάστες που επέβαιναν σε λέμβο. Η λέμβος εντοπίστηκε 22 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά των Καλών Λιμένων από εναέριο μέσο της Frontex, με την επιχείρηση να συντονίζεται από το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης.
Οι διασωθέντες μεταφέρθηκαν στους Καλούς Λιμένες. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, πρόκειται κυρίως για άνδρες, ανάμεσά τους και μία γυναίκα, με τους περισσότερους να δηλώνουν καταγωγή από το Σουδάν και ένα άτομο από την Αίγυπτο.
Το νέο περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Είναι ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα αφίξεων που μέσα στις τελευταίες ημέρες έχει πυκνώσει εντυπωσιακά. Από την 1η Ιουνίου έως σήμερα, με βάση τα καταγεγραμμένα περιστατικά, περισσότεροι από 1.160 άνθρωποι έχουν φτάσει ή διασωθεί νότια της Κρήτης και της Γαύδου. Μόνο από τις 4 έως τις 10 Ιουνίου, τα επιβεβαιωμένα περιστατικά δίνουν τουλάχιστον 608 αφίξεις και διασώσεις.
Στις 4 Ιουνίου είχαν καταγραφεί 242 αφίξεις μέσα σε λίγες ώρες, σε πέντε διαφορετικά περιστατικά. Από αυτούς, 65 μεταφέρθηκαν στην Αγία Γαλήνη, 139 στους Καλούς Λιμένες και 38 στην Παλαιόχωρα. Στις 7 Ιουνίου ακολούθησαν δύο ακόμη επιχειρήσεις, με 61 διασωθέντες νότια της Κρήτης και της Γαύδου. Στις 9 Ιουνίου καταγράφηκαν 264 αλλοδαποί σε τέσσερα περιστατικά μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, ενώ το πρωί της 10ης Ιουνίου προστέθηκαν οι 41 των Καλών Λιμένων.
Η εικόνα δείχνει ότι η Κρήτη δεν είναι πια απλώς ένα εναλλακτικό σημείο εισόδου. Έχει μετατραπεί σε βασική πύλη της διαδρομής από τη Λιβύη προς ευρωπαϊκό έδαφος. Και όσο οι καιρικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, τόσο οι διακινητές στέλνουν λέμβους η μία μετά την άλλη.
Η θάλασσα, όταν πέφτουν οι άνεμοι, γίνεται το μεγάλο τους «εργαλείο». Η μπουνάτσα μειώνει τον κίνδυνο του ταξιδιού, επιτρέπει σε υπερφορτωμένες λέμβους να κινηθούν σε μεγάλες αποστάσεις και αυξάνει τις πιθανότητες να φτάσουν κοντά στις νότιες ακτές της Κρήτης, της Γαύδου, των Καλών Λιμένων, της Αγίας Γαλήνης και της Παλαιόχωρας.
Πίσω από την ανθρωπιστική εικόνα, όμως, υπάρχει και το σκληρό γεωπολιτικό παρασκήνιο. Η διαδρομή από τη Λιβύη δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως υπόθεση παράτυπης μετανάστευσης. Αντιμετωπίζεται και ως πιθανό εργαλείο πίεσης. Διπλωματικές και αναλυτικές εκτιμήσεις μιλούν για μοντέλο εργαλειοποίησης αντίστοιχο με εκείνο που έχει χρησιμοποιήσει η Τουρκία στο παρελθόν στο Αιγαίο και στον Έβρο. Στην περίπτωση της Κρήτης, το «δάχτυλο» δεν εμφανίζεται πάντα απευθείας, αλλά μέσα από το περίπλοκο τρίγωνο Τουρκίας – Λιβύης – μεταναστευτικών ροών.
Την ίδια στιγμή, στην πρώτη γραμμή δεν βρίσκονται οι αναλυτές, αλλά οι τοπικές κοινωνίες. Ο δήμαρχος Αγίου Βασιλείου Γιάννης Ταταράκης, μιλώντας στον Real FM, περιέγραψε μια πραγματικότητα που έχει φτάσει στα όριά της. Οι δήμοι καλούνται να εξασφαλίσουν φαγητό, νερό, προσωρινή στέγη, μεταφορές, στοιχειώδεις ανθρώπινες συνθήκες. Το κάνουν, όπως λένε οι ίδιοι, γιατί δεν μπορούν να αφήσουν ανθρώπους ταλαιπωρημένους και εξαντλημένους χωρίς φροντίδα. Αλλά το κάνουν με ταμειακές αντοχές που δεν είναι ανεξάντλητες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο επειδή τα χρήματα που διαθέτουν οι δήμοι για τη διαχείριση αυτών των περιστατικών επιστρέφονται, όταν επιστρέφονται, μετά από έξι ή επτά μήνες. Στο μεταξύ, οι ανάγκες τρέχουν καθημερινά. Σίτιση, καθαριότητα, προσωρινή διαμονή, προσωπικό, μετακινήσεις, υγειονομική μέριμνα. Όλα αυτά πέφτουν στην πλάτη μιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που ήδη λειτουργεί με περιορισμένους πόρους.
Η Κρήτη προσπαθεί να κρατήσει την ανθρώπινη πλευρά της. Να μη χάσει την αξιοπρέπεια της υποδοχής. Να μη μετατρέψει τον φόβο και την κόπωση σε απανθρωπιά. Αλλά η διαχείριση δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στο φιλότιμο δημάρχων, λιμενικών, εθελοντών και τοπικών κοινωνιών.