Μια νέα απόφαση του Αρείου Πάγου αλλάζει τα δεδομένα για όσους δανειολήπτες έχουν ακόμη ανοιχτές δικαστικές εκκρεμότητες με βάση τον νόμο Κατσέλη, καθώς καθιστά ευκολότερο για τους πιστωτές να προβάλλουν ένσταση ότι ο οφειλέτης οδηγήθηκε σε αδυναμία πληρωμής με δόλο.

Ο νόμος 3869/2010, γνωστός ως νόμος Κατσέλη, αποτέλεσε για χρόνια το βασικό καταφύγιο υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων χωρίς πτωχευτική ικανότητα, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ζητήσουν δικαστική ρύθμιση οφειλών και, υπό προϋποθέσεις, απαλλαγή από μέρος ή ακόμη και από το σύνολο των χρεών τους. Η βασική προϋπόθεση ήταν ο οφειλέτης να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, ενώ το βάρος απόδειξης της ύπαρξης δόλου το φέρει ο πιστωτής.

Advertisement
Advertisement

Αυτό που μεταβάλλεται τώρα δεν είναι το ίδιο το γράμμα του νόμου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα εξετάζεται στα δικαστήρια η ένσταση των πιστωτών. Σύμφωνα με την απόφαση 14/2026 του Αρείου Πάγου κρίνεται ότι η ένσταση περί δόλου δεν χρειάζεται να αναλύει εξαντλητικά κάθε δάνειο και κάθε οικονομικό στοιχείο, προκειμένου να θεωρηθεί επαρκώς προσδιορισμένη. Με αυτόν τον τρόπο, τα δικαστήρια καλούνται να μην απορρίπτουν εύκολα τέτοιους ισχυρισμούς ως αόριστους.

Στην πράξη, το ανώτατο δικαστήριο δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο επιχείρημα ότι ένας οφειλέτης μπορεί να ανέλαβε υπερβολικό δανεισμό σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα και τις εύλογες μελλοντικές δυνατότητές του, γνωρίζοντας ή αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην μπορέσει να ανταποκριθεί. Αυτό σημαίνει ότι οι πιστωτές αποκτούν ισχυρότερο νομικό έρεισμα για να αμφισβητούν την υπαγωγή ενός δανειολήπτη στην προστασία του νόμου Κατσέλη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ένα δεύτερο σημείο της απόφασης: στις σχετικές δίκες, οι πιστωτές συνδέονται με αναγκαστική παθητική ομοδικία. Με απλά λόγια, αν ένας μόνο πιστωτής προβάλλει επιτυχώς την ένσταση περί δόλου και αυτή γίνει δεκτή, η εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάσει συνολικά την αίτηση του οφειλέτη και όχι μόνο τη σχέση του με τον συγκεκριμένο πιστωτή.

Η υπόθεση που έφτασε στον Άρειο Πάγο αφορούσε οφειλέτη με μηνιαίο εισόδημα 1.094 ευρώ, έξοδα 700 ευρώ και συνολικά χρέη 249.201,94 ευρώ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί την αίτησή του, είχε ορίσει καταβολή 380 ευρώ τον μήνα για 36 άτοκες δόσεις και είχε εξαιρέσει από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόρριψη της ένστασης των πιστωτών ως αόριστης ήταν νομικά εσφαλμένη, αναίρεσε την προηγούμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση από άλλον δικαστή.

Για όσους έχουν ακόμη εκκρεμείς υποθέσεις, το μήνυμα είναι σαφές: δεν αρκεί πλέον μόνο η απόδειξη της σημερινής αδυναμίας πληρωμής. Θα εξετάζεται με μεγαλύτερη ένταση και το αν, κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, υπήρχε ήδη τέτοια αναντιστοιχία ανάμεσα σε εισόδημα, συνολικό χρέος και μελλοντικές υποχρεώσεις, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι ο δανειολήπτης είχε αποδεχθεί το ενδεχόμενο του οικονομικού αδιεξόδου.

Η νέα αυτή ερμηνευτική γραμμή δεν σημαίνει ότι κάθε δανειολήπτης χάνει αυτομάτως την προστασία του νόμου Κατσέλη. Σημαίνει, όμως, ότι οι εκκρεμείς δίκες γίνονται πλέον πιο σύνθετες, πιο απαιτητικές και σαφώς πιο ανοιχτές στις ενστάσεις των πιστωτών. Και αυτό, σε μια περίοδο όπου το ιδιωτικό χρέος παραμένει βαριά σκιά για χιλιάδες νοικοκυριά, συνιστά μια εξέλιξη με ουσιαστικό κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.

Πάντως, όπως ελέχθει στη HuffPost από oικονομολόγους ασχολούμενους με το θέμα, η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει περισσότερους ανήμπορους δανειολήπτες προς την πλευρά του εξωδικαστικού μηχανισμού.