Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η 21η Σεπτεμβρίου είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα Αλτσχάιμερ. Μια ημέρα που δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που ζουν με τη νόσο, αλλά και τις οικογένειές τους, οι οποίες πολλές φορές καλούνται να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη καθημερινότητα, βλέποντας έναν δικό τους άνθρωπο να χάνει σταδιακά τη μνήμη, τον προσανατολισμό και την αυτονομία του.

Το Αλτσχάιμερ δεν είναι απλώς η ασθένεια της λήθης. Είναι μια προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος που επηρεάζει τη μνήμη, τη σκέψη, τη συμπεριφορά και τελικά την ικανότητα του ανθρώπου να φροντίζει τον εαυτό του.

Advertisement
Advertisement

Το ερώτημα που απασχολεί εκατομμύρια οικογένειες είναι αν η επιστήμη μπορεί πλέον να σταματήσει αυτή την πορεία. Και κυρίως, αν θα έρθει η ημέρα που το Αλτσχάιμερ θα θεραπεύεται οριστικά.

Πότε εμφανίζεται και ποιες ηλικίες κινδυνεύουν περισσότερο

Η νόσος εμφανίζεται κυρίως μετά την ηλικία των 65 ετών, αλλά οι βιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο μπορεί να έχουν αρχίσει πολλά χρόνια νωρίτερα, ακόμη και 15 ή 20 χρόνια πριν από τα πρώτα εμφανή συμπτώματα.

Η ηλικία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου. Ωστόσο, το Αλτσχάιμερ δεν αποτελεί φυσιολογική συνέπεια των γηρατειών.

Υπάρχει και η λεγόμενη πρώιμη νόσος Αλτσχάιμερ, η οποία εμφανίζεται πριν από τα 65, συνήθως στην ηλικιακή ομάδα 40-60 ετών. Σπανιότερα μπορεί να παρουσιαστεί ακόμη και στη δεκαετία των 30.

Σε ορισμένες οικογένειες υπάρχουν σπάνιες κληρονομικές μεταλλάξεις που προκαλούν τη νόσο σε νεότερες ηλικίες. Οι περισσότερες περιπτώσεις, όμως, δεν οφείλονται σε ένα και μοναδικό κληρονομικό γονίδιο.

Advertisement

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας περίπου 57 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με άνοια το 2021, ενώ κάθε χρόνο καταγράφονται σχεδόν 10 εκατομμύρια νέα περιστατικά. Το Αλτσχάιμερ ευθύνεται για περίπου το 60%-70% των περιπτώσεων άνοιας.

Ποια είναι τα πρώτα συμπτώματα και πώς καταλαβαίνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά

Το πρώτο σημάδι δεν είναι πάντοτε η απώλεια μνήμης. Μπορεί να είναι μια αλλαγή στη συμπεριφορά, στη συγκέντρωση ή στην ικανότητα του ανθρώπου να οργανώνει την καθημερινότητά του.

Advertisement

Τα συνηθέστερα προειδοποιητικά συμπτώματα είναι η δυσκολία να θυμηθεί πρόσφατες συζητήσεις, ραντεβού ή γεγονότα, η συνεχής επανάληψη της ίδιας ερώτησης, η αδυναμία να θυμηθεί ονόματα ή να βρει τις κατάλληλες λέξεις και η απώλεια αντικειμένων χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πού τα τοποθέτησε.

Μπορεί επίσης να μπερδεύεται με ημερομηνίες, ώρες και διαδρομές, να δυσκολεύεται να διαχειριστεί χρήματα, λογαριασμούς ή φάρμακα και να χάνεται ακόμη και σε γνώριμες περιοχές.

Δεν είναι σπάνιες οι ανεξήγητες αλλαγές διάθεσης, η καχυποψία και η κοινωνική απόσυρση.

Advertisement

Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο άνθρωπος που θυμάται με εντυπωσιακή ακρίβεια ένα περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί τι έφαγε πριν από μία ώρα.

Καθώς η νόσος εξελίσσεται, μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει συγγενείς, να ντυθεί, να φάει ή να κινηθεί χωρίς βοήθεια.

Πότε η απλή αφηρημάδα γίνεται λόγος για επίσκεψη στον γιατρό

Advertisement

Το να ξεχάσουμε πού αφήσαμε τα κλειδιά μας δεν σημαίνει ότι έχουμε Αλτσχάιμερ.

Advertisement

Ανησυχία πρέπει να προκαλεί η συστηματική επιδείνωση της μνήμης, ιδιαίτερα όταν επηρεάζει την καθημερινή ζωή.

Εάν κάποιος ξεχάσει πού έβαλε τα κλειδιά του, μπορεί να πρόκειται για φυσιολογική αφηρημάδα. Εάν όμως δεν θυμάται σε τι χρησιμεύουν ή δεν μπορεί να ακολουθήσει μια γνώριμη διαδικασία, απαιτείται ιατρική διερεύνηση.

Η διάγνωση γίνεται από νευρολόγο ή εξειδικευμένο ιατρείο μνήμης. Περιλαμβάνει αξιολόγηση των νοητικών λειτουργιών, κλινική εξέταση, αιματολογικό έλεγχο και, όπου χρειάζεται, μαγνητική τομογραφία ή ειδικές εξετάσεις βιοδεικτών.

Advertisement

Είναι σημαντικό να αποκλειστούν άλλες αιτίες διαταραχής της μνήμης, όπως κατάθλιψη, προβλήματα θυρεοειδούς, έλλειψη βιταμίνης Β12, διαταραχές ύπνου ή παρενέργειες φαρμάκων.

Γυναίκες ή άνδρες; Ποιοι προσβάλλονται περισσότερο

Οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν με Αλτσχάιμερ.

Ένας βασικός λόγος είναι ότι ζουν κατά μέσο όρο περισσότερα χρόνια και επομένως φτάνουν συχνότερα στις ηλικίες υψηλού κινδύνου.

Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης τον ρόλο των ορμονικών μεταβολών μετά την εμμηνόπαυση, των γενετικών παραγόντων και των διαφορών στη βιολογία του εγκεφάλου.

Δεν έχει, ωστόσο, αποδειχθεί ότι η μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες οφείλεται αποκλειστικά στις ορμόνες.

Υπάρχει και μια δεύτερη, συχνά αθέατη διάσταση: οι γυναίκες επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής φροντίδας. Ο ΠΟΥ υπολογίζει ότι παρέχουν περίπου το 70% των ωρών φροντίδας προς ανθρώπους με άνοια.

Πόσα χρόνια μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος με Αλτσχάιμερ

Ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα για τις οικογένειες είναι το προσδόκιμο επιβίωσης.

Κατά μέσο όρο, ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει περίπου τέσσερα έως οκτώ χρόνια μετά τη διάγνωση. Υπάρχουν, ωστόσο, ασθενείς που ζουν 15 ή ακόμη και 20 χρόνια.

Η διάρκεια εξαρτάται από την ηλικία κατά τη διάγνωση, το στάδιο της νόσου, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας και την ποιότητα της φροντίδας.

Στα προχωρημένα στάδια, οι ασθενείς ενδέχεται να εμφανίσουν σοβαρές δυσκολίες στην κατάποση, στην κίνηση και στην επικοινωνία.

Οι πνευμονίες από εισρόφηση, οι λοιμώξεις, η αφυδάτωση και οι επιπλοκές της ακινησίας αποτελούν σημαντικούς κινδύνους.

Αυτός είναι και ο λόγος που η φροντίδα δεν περιορίζεται στα φάρμακα. Περιλαμβάνει σωστή διατροφή, κινητοποίηση, πρόληψη πτώσεων, φυσικοθεραπεία και συνεχή ιατρική παρακολούθηση.

Υπάρχουν φάρμακα; Τι μπορούν να προσφέρουν οι σημερινές θεραπείες

Για πολλά χρόνια, η ιατρική μπορούσε κυρίως να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα της νόσου, χωρίς να επηρεάζει ουσιαστικά τη βιολογική εξέλιξή της.

Φάρμακα όπως η δονεπεζίλη, η ριβαστιγμίνη και η γαλανταμίνη μπορούν να βοηθήσουν ορισμένους ασθενείς στη μνήμη, στη συγκέντρωση και στην καθημερινή λειτουργικότητα.

Η μεμαντίνη χρησιμοποιείται κυρίως σε μέτρια και σοβαρά στάδια.

Τα φάρμακα αυτά δεν θεραπεύουν το Αλτσχάιμερ, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στον ασθενή και στην οικογένειά του.

Τα δύο νέα φάρμακα που αλλάζουν τα δεδομένα

Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε μια σημαντική εξέλιξη: εγκρίθηκαν θεραπείες που στοχεύουν μία από τις βασικές παθολογικές διεργασίες της νόσου.

Πρόκειται για τα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη (lecanemab) και δονανεμάμπη (donanemab), τα οποία στοχεύουν τις παθολογικές εναποθέσεις της πρωτεΐνης β-αμυλοειδούς στον εγκέφαλο.

Η λεκανεμάμπη, με εμπορική ονομασία Leqembi, έλαβε ευρωπαϊκή άδεια κυκλοφορίας τον Απρίλιο του 2025. Η δονανεμάμπη, με εμπορική ονομασία Kisunla, εγκρίθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Kisunla, εγκρίθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Στην κλινική μελέτη της λεκανεμάμπης, η επιδείνωση σε ειδική κλίμακα γνωστικών και λειτουργικών ικανοτήτων ήταν περίπου 27% μικρότερη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε διάστημα 18 μηνών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θεραπεύτηκε το 27% των ασθενών ούτε ότι ανακτήθηκε η χαμένη μνήμη. Σημαίνει ότι η εξέλιξη της νόσου επιβραδύνθηκε κατά το συγκεκριμένο ποσοστό στην κλίμακα που μελετήθηκε.

Οι νέες θεραπείες αφορούν επιλεγμένους ασθενείς σε πρώιμα στάδια, με επιβεβαιωμένη παθολογία αμυλοειδούς.

Δεν είναι κατάλληλες για όλους. Απαιτούν εξειδικευμένη αξιολόγηση, γενετικό έλεγχο όπου προβλέπεται και επαναλαμβανόμενες μαγνητικές τομογραφίες, επειδή μπορεί να προκαλέσουν οίδημα ή αιμορραγικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο, σπανιότερα σοβαρές.

Η ευρωπαϊκή έγκριση, επίσης, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε θεραπεία διατίθεται ή αποζημιώνεται σε κάθε κράτος-μέλος.

Μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να αλλάξει το μέλλον της διάγνωσης

Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη είναι οι εξετάσεις αίματος που αναζητούν βιοδείκτες της νόσου, όπως συγκεκριμένες μορφές της πρωτεΐνης tau και του αμυλοειδούς.

Η προοπτική είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: να μπορεί ένας γιατρός να εντοπίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη νόσο στα πρώτα της στάδια, χωρίς να χρειάζεται κάθε ασθενής να υποβάλλεται εξαρχής σε πιο επεμβατικές ή δαπανηρές εξετάσεις.

Ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε τον Μάιο του 2025 για κλινική χρήση αιματολογική εξέταση που βοηθά στην ανίχνευση της παθολογίας αμυλοειδούς σε άτομα ηλικίας 55 ετών και άνω με σχετικά συμπτώματα.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για γενικό προληπτικό τεστ που πρέπει να κάνουν όλοι οι υγιείς άνθρωποι. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων απαιτεί εξειδικευμένο γιατρό και συνεκτίμηση της κλινικής εικόνας.

Μπορούμε να προλάβουμε το Αλτσχάιμερ;

Δεν υπάρχει σήμερα εγγυημένος τρόπος πρόληψης.

Υπάρχουν, όμως, επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας ή να καθυστερήσουν την εκδήλωσή της.

Σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική έρευνα έως και το 45% των περιπτώσεων άνοιας θα μπορούσε δυνητικά να προληφθεί ή να καθυστερήσει μέσω της αντιμετώπισης τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να προληφθούν με βεβαιότητα τέσσερα στα δέκα περιστατικά Αλτσχάιμερ.

Οι σημαντικότερες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη συστηματική σωματική άσκηση, τη διακοπή του καπνίσματος, τον περιορισμό του αλκοόλ, την υγιεινή διατροφή, τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και της χοληστερόλης, καθώς και την αντιμετώπιση της απώλειας ακοής.

Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης η κοινωνική δραστηριότητα, η πνευματική άσκηση και η αντιμετώπιση της κοινωνικής απομόνωσης.

Δεν υπάρχει, αντιθέτως, επιστημονική απόδειξη ότι κάποιο συμπλήρωμα διατροφής ή μια δήθεν «θαυματουργή» θεραπεία μπορεί να προλάβει ή να θεραπεύσει τη νόσο.

Πόσο κοντά βρίσκεται η επιστήμη στην οριστική θεραπεία;

Η απάντηση απαιτεί αισιοδοξία, αλλά και επιστημονική ειλικρίνεια.

Η ιατρική έχει περάσει από την εποχή κατά την οποία μπορούσε να προσφέρει σχεδόν αποκλειστικά συμπτωματική αντιμετώπιση, σε μια νέα περίοδο θεραπειών που μπορούν να επιβραδύνουν τη βιολογική εξέλιξη της νόσου σε συγκεκριμένους ασθενείς.

Η έρευνα στρέφεται πλέον και σε άλλους μηχανισμούς, όπως η παθολογική πρωτεΐνη tau, η νευροφλεγμονή και η προστασία των νευρικών κυττάρων.

Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης συνδυασμούς φαρμάκων και τη δυνατότητα παρέμβασης πριν εμφανιστούν σοβαρά συμπτώματα.

Η οριστική θεραπεία, όμως, που θα αποκαθιστά τη χαμένη μνήμη και θα επαναφέρει πλήρως τις κατεστραμμένες λειτουργίες του εγκεφάλου, δεν έχει ακόμη βρεθεί.

Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με επιστημονική βεβαιότητα σε πόσα χρόνια θα γίνει πραγματικότητα.

Η Ελλάδα, οι οικογένειες και η μεγάλη ανάγκη για φροντίδα

Στην Ελλάδα, η νόσος αφορά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, άμεσα ή έμμεσα.

Παλαιότερες ελληνικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 200.000 ασθενείς με άνοια, ενώ οι δημογραφικές προβολές δείχνουν σημαντική αύξηση τις επόμενες δεκαετίες.

Πίσω από κάθε ασθενή βρίσκεται συχνά ένας σύζυγος, μια σύζυγος, ένα παιδί ή ένας συγγενής που αναλαμβάνει τη φροντίδα.

Και αυτή η φροντίδα μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια.

Η ελληνική Πολιτεία καλείται να ενισχύσει τα ιατρεία μνήμης, τις δημόσιες δομές ημερήσιας φροντίδας, την κατ’ οίκον υποστήριξη και τις υπηρεσίες ανακούφισης των οικογενειακών φροντιστών.

Γιατί το Αλτσχάιμερ δεν είναι μόνο ιατρικό πρόβλημα. Είναι βαθιά κοινωνικό και ανθρώπινο.

Ένας άνθρωπος που δεν θυμάται το όνομά μας μπορεί ακόμη να αναγνωρίζει τη φωνή μας, να αισθάνεται την παρουσία μας και να ανταποκρίνεται στην αγάπη μας.

Και όσο η επιστήμη αναζητά τη θεραπεία, η αξιοπρέπεια, η υπομονή και η φροντίδα παραμένουν αναντικατάστατες.

Η 21η Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να είναι απλώς μια ημέρα ενημέρωσης. Πρέπει να είναι μια υπενθύμιση ότι κανένας άνθρωπος με Αλτσχάιμερ και καμία οικογένεια δεν πρέπει να μένουν μόνοι απέναντι στη νόσο.