Τα κόκκινα ελάφια της Πάρνηθας δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο του βουνού. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς του, της ισορροπίας του και της μνήμης του. Αν πράγματι ο πληθυσμός τους έχει καταρρεύσει στα επίπεδα που καταγγέλλονται, τότε δεν μιλάμε πια για μια ακόμη «περιβαλλοντική ανησυχία». Μιλάμε για σήμα συναγερμού.
Υπάρχουν θέματα που μπορεί κανείς να τα παρακολουθεί με ψυχραιμία. Υπάρχουν όμως και θέματα που, όσο περισσότερο τα κοιτάς, τόσο περισσότερο αναρωτιέσαι αν έχει χαθεί εντελώς ο μπούσουλας.
Η κατάσταση στους ορεινούς όγκους γύρω από την Αττική μοιάζει πλέον με μια υπόθεση χωρίς κέντρο βάρους, χωρίς ενιαίο σχέδιο, χωρίς εμφανή έλεγχο. Τη μία βλέπουμε αγριογούρουνα να κατεβαίνουν στις πόρτες των σπιτιών. Την άλλη ακούμε για λύκους στην Πάρνηθα, για επιθέσεις, για μετακινήσεις, για GPS, για αλληλοσυγκρουόμενες εκτιμήσεις. Και τώρα, στο επίκεντρο, μπαίνει το κόκκινο ελάφι: το ζώο-σύμβολο της Πάρνηθας, που φέρεται να βρίσκεται σε δραματική πληθυσμιακή υποχώρηση.
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Προστασίας Πάρνηθας χτυπάει εδώ και πολύ καιρό τις σχετικές καμπάνες προειδοποιήσης. Δεν είναι η πρώτη φορά που παρεμβαίνει όπως τώρα. Αναφέρει και πάλι σε όλους τους δραματικούς τόνους, ότι από πληθυσμούς που είχαν καταγραφεί ή εκτιμηθεί τα προηγούμενα χρόνια σε εκατοντάδες και, σε ορισμένες εκτιμήσεις, πάνω από 1.000 ζώα, σήμερα μπορεί να έχουν απομείνει περίπου 35 κόκκινα ελάφια. Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει καταμέτρηση του WWF το 2009 με περίπου 700 ελάφια και καταγραφή του ΟΦΥΠΕΚΑ το 2014 με 1.110 την εαρινή περίοδο.
Ακόμη κι αν οι αριθμοί χρειάζονται άμεση, επίσημη και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιβεβαίωση, το ερώτημα είναι αμείλικτο: ποιος έχει την ευθύνη να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει στην Πάρνηθα; Ποιος έχει την ευθύνη να δράσει πριν το ελάφι γίνει ανάμνηση;
Διότι εδώ δεν μιλάμε για ένα τυχαίο είδος. Το κόκκινο ελάφι, ο έλαφος ο ευγενής, είναι ένα από τα μεγαλύτερα είδη ελαφοειδών της Ευρώπης και στην Ελλάδα έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένη παρουσία. Στη χώρα μας, μαζί με το ζαρκάδι και το πλατώνι, ανήκει στα ελαφοειδή που συνδέονται με την ελληνική άγρια φύση, όμως η Πάρνηθα υπήρξε για δεκαετίες ο πιο γνωστός και ισχυρός πυρήνας του.
Και δεν είναι ξεχωριστό μόνο επειδή είναι όμορφο. Είναι ξεχωριστό επειδή είναι μεγάλο φυτοφάγο, επειδή συμμετέχει στην τροφική αλυσίδα, επειδή με τη βόσκηση επηρεάζει τη βλάστηση, επειδή αποτελεί μέρος ενός οικοσυστήματος που δεν μπορεί να διαχειρίζεται με όρους φωτογραφικού στιγμιότυπου. Το κόκκινο ελάφι δεν είναι «ατραξιόν» για εκδρομείς. Είναι δείκτης ζωής.
Ξεχωρίζει επίσης από τα υπόλοιπα είδη ελαφιών που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Είναι μεγαλύτερο και πιο επιβλητικό από το ζαρκάδι, διαφορετικό από το πλατώνι, ενώ το όνομά του συνδέεται με το καφέ-κοκκινωπό χρώμα του τριχώματός του. Τα αρσενικά φέρουν εντυπωσιακά κέρατα, τα οποία ανανεώνονται περιοδικά, και την περίοδο της αναπαραγωγής το χαρακτηριστικό τους κάλεσμα γίνεται ένα από τα πιο δυνατά σημάδια άγριας ζωής σε ένα δάσος.
Γι’ αυτό και η υπόθεση της Πάρνηθας δεν σηκώνει άλλο χαρτοπόλεμο αρμοδιοτήτων. Δεν μπορεί το Υπουργείο Περιβάλλοντος να κοιτάζει προς τη μία κατεύθυνση, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προς την άλλη, οι υπηρεσίες να επικαλούνται διαδικασίες, τα δασαρχεία να υπάρχουν στα χαρτιά και η άγρια ζωή να πληρώνει το κόστος της διοικητικής ασυνεννοησίας. Υπάρχει αρμόδιος γενικός γραμματέας Περιβάλλοντος. Υπάρχει αρμόδιος υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης με αντικείμενο τα ζώα. Υπάρχουν δασαρχεία. Υπάρχει ΟΦΥΠΕΚΑ. Υπάρχουν επιστήμονες. Υπάρχουν δήμοι. Υπάρχουν φορείς.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει συντονισμός. Ή και ενδιαφέρον στο κάτω κάτω της γραφής.
Διότι, μέχρι στιγμής, η εικόνα που φτάνει προς τα έξω θυμίζει περισσότερο διοικητική αγρανάπαυση παρά ενεργή διαχείριση. Οι αρμόδιοι μοιάζουν είτε να βρίσκονται σε διαφορετικό μήκος κύματος είτε να περιμένουν ο ένας τον άλλον. Και κάπως έτσι, εκεί ψηλά στην Πάρνηθα, οι υπηρεσίες που θα έπρεπε να έχουν καθημερινή εικόνα της κατάστασης κινδυνεύουν να δίνουν την εντύπωση ότι αρκούνται στον καθαρό αέρα.
Το ζήτημα του λύκου είναι ασφαλώς σύνθετο. Ο λύκος είναι επίσης άγριο ζώο, επίσης προστατευόμενο, επίσης μέρος της φύσης. Δεν λύνονται τέτοια ζητήματα με κραυγές ούτε με εύκολες συνταγές. Αλλά δεν λύνονται ούτε με ακινησία. Η Ευρώπη έχει ήδη μετακινήσει το καθεστώς προστασίας του λύκου από «αυστηρά προστατευόμενο» σε «προστατευόμενο» στο πλαίσιο της Σύμβασης της Βέρνης και η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολούθησε με αλλαγή στην Οδηγία για τους Οικοτόπους, δίνοντας μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη για τη διαχείριση των πληθυσμών.
Αυτό δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη θήρευση. Δεν σημαίνει «ό,τι θέλει ο καθένας». Σημαίνει όμως ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το επιχείρημα «δεν γίνεται τίποτα». Γίνεται, εφόσον υπάρχει σχέδιο. Γίνεται, εφόσον υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση. Γίνεται, εφόσον υπάρχει πολιτική απόφαση και όχι απλή μετάθεση ευθυνών.
Για την Πάρνηθα χρειάζεται τώρα ένα συγκεκριμένο σχέδιο: αξιόπιστη απογραφή του πληθυσμού των κόκκινων ελαφιών, αποτύπωση του πραγματικού αριθμού και της συμπεριφοράς των λύκων, προστατευμένοι πυρήνες αναπαραγωγής για τα ελάφια, επανεξέταση της λειτουργίας καταφυγίου, έλεγχος της προσέγγισης άγριων ζώων στον οικιστικό ιστό, συνεργασία με δήμους, δασαρχεία, ΟΦΥΠΕΚΑ, επιστημονικούς φορείς και κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Και κυρίως: ένας υπεύθυνος συντονιστής. Όχι πέντε γραφεία, δέκα επιτροπές και είκοσι υπηρεσιακά σημειώματα.
Η Αττική έχει ήδη πληρώσει ακριβά την αδιαφορία για τα βουνά της. Πυρκαγιές, αυθαίρετη πίεση, αποσπασματικές παρεμβάσεις, απουσία μακρόπνοης διαχείρισης. Η Πάρνηθα δεν είναι απλώς φόντο της Αθήνας. Είναι ο μεγάλος πνεύμονας, το φυσικό όριο, το καταφύγιο ζωής δίπλα στη μεγαλύτερη αστική συγκέντρωση της χώρας.
Και το κόκκινο ελάφι είναι η πιο ευγενής υπενθύμιση ότι αυτό το βουνό είναι ζωντανό.
Αν χαθεί, δεν θα χαθεί επειδή «έτσι τα έφερε η φύση». Η φύση έχει κανόνες, ισορροπίες, συγκρούσεις, θηρευτές και θηράματα. Η κατάρρευση, όμως, ενός τόσο εμβληματικού πληθυσμού δίπλα στην πρωτεύουσα της χώρας είναι και πολιτικό γεγονός. Είναι αποτυχία παρακολούθησης. Είναι αποτυχία πρόληψης. Είναι αποτυχία συντονισμού.
Το κόκκινο ελάφι της Πάρνηθας δεν χρειάζεται άλλες συσκέψεις για να αποδειχθεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Χρειάζεται άμεση προστασία. Χρειάζεται σχέδιο. Χρειάζεται ανθρώπους που θα αναλάβουν ευθύνη πριν το σύμβολο του βουνού γίνει απλώς μια παλιά φωτογραφία από εκδρομές μιας άλλης εποχής.
,Και τότε θα είναι πολύ αργά για να πούμε ότι δεν ξέραμε.