Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στους συγγενείς των θυμάτων και στους επιζώντες της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι, που σημειώθηκε τον Ιούλιο του 2018 ηαπόφαση του Αρείου Πάγου να παραπέμψει σε νέα δίκη τους Σωτήρη Τερζούδη (τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής), Βασίλη Ματθαιόπουλο (τότε υπαρχηγός της Πυροσβεστικής) και Ιωάννη Καπάκη ( τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας) αναφορικά με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου.
Αν και ο Άρειος Πάγος έκρινε ως οριστικά ένοχους τους κατηγορουμένους, αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου ως προς το σκέλος που αφορά την απόρριψη του ελαφρυντικού του σύννομου βίου.
Υπενθυμίζεται ότι, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Β´ βαθμού τον Ιούνιο του 2025 είχε επιβάλει ποινή 340 ετών, με εκτιτέα τα 5 έτη, στους Σωτήρη Τερζούδη, Βασίλη Ματθαιόπουλο, Ιωάννη Φωστιέρη και Ιωάννη Καπάκη (τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας), οδηγώντας τους στη φυλακή, με το δικαίωμα να καταθέσουν αίτηση αποφυλάκισης έναν χρόνο μετά την απόφαση.
Η δικαστική υπόθεση αντιμετωπίζει πλέον τον άμεσο κίνδυνο της οριστικής παραγραφής των αδικημάτων, καθώς συμπληρώνεται η ανώτατη οκταετής προθεσμία που προβλέπεται για τα πλημμελήματα.
«Απαξίωση της δικαιοσύνης και των νεκρών»
Ο Άρης Χερουβείμ, ο οποίος έχασε τέσσερα μέλη της οικογένειάς του από τη φονική πυρκαγιά —την μητέρα του, την αδελφή του και τις 5χρονες δίδυμες ανιψιές του, τη Μαρίλια και την Εβελίνα—, μιλώντας στην huffingtonpost.gr δήλωσε:
«Για εμάς είναι ψυχολογικά δύσκολο να βρεθούμε ξανά στο δικαστήριο και να ζήσουμε ξανά, έστω και για μία μέρα, όσα ζήσαμε τα τελευταία τρία χρόνια. Από την πρώτη ημέρα φωνάζαμε ότι το Μάτι είναι κακούργημα, αλλά ποτέ δεν αναβαθμίστηκε το κατηγορητήριο από το πλημμέλημα. Πώς λοιπόν θα μιλάμε για δικαίωση 120 θυμάτων, πάνω από 50 εγκαυματιών και χιλιάδων ανθρώπων που θα ζουν με το τραύμα όλη τους τη ζωή; Πρόκειται για την πλήρη απαξίωση της δικαιοσύνης και των νεκρών».
Ο επίσημος κρατικός απολογισμός καταγράφει 104 θύματα από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Ωστόσο, σύμφωνα με τους συγγενείς, υπάρχουν 16 επιπλέον σοροί που δεν έχουν ταυτοποιηθεί και βρίσκονται θαμμένοι σε ομαδικό τάφο σε Κοιμητήριο της Νέας Μάκρης.
«Γιατί να αναγνωρίζεται μόνο ο πρότερος σύννομος βίος;»
Η Κατερίνα Μαλά, επίσης επιζήσασα της τραγωδίας, υπογράμμισε ότι η δικαστική απόφαση πλήττει τον αγώνα που έδωσε όλα αυτά τα χρόνια, δηλώνοντας:
«Στόχος μου ήταν να αναδείξω την ατομική ευθύνη και να δημιουργήσουμε ένα συλλογικό έργο. Η απόφαση αυτή, όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσπάθεια να καλλιεργηθεί η αίσθηση της ατομικής ευθύνης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Όταν ένα έγκλημα όπως αυτό στο Μάτι αντιμετωπίζεται από τη Δικαιοσύνη ως ένα απλό παράπτωμα, είναι αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη».
Παράλληλα, συντασσόμενη με την άποψη των υπόλοιπων συγγενών και επιζώντων, η ίδια τόνισε στην huffingtonpost.gr ότι δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη ο πρότερος σύννομος βίος των κατηγορουμένων, αλλά η μετέπειτα στάση τους μετά την τέλεση των αδικημάτων:
«Γιατί να αναγνωρίζεται ο πρότερος σύννομος βίος σε ανθρώπους που απέτυχαν να επιτελέσουν το καθήκον τους; Ειδικά για τον Βασίλη Ματθαιόπουλο, ο οποίος ενορχήστρωσε τη συγκάλυψη και απείλησε ευθέως τον εμπειρογνώμονα Δημήτρη Λιότσιο για να αποκρύψει στοιχεία, υπαγορεύοντάς του τι θα γράψει στο ανεξάρτητο πόρισμα για τα αίτια και τις ευθύνες της τραγωδίας. Πώς μπορούμε να δεχτούμε να αναγνωριστούν ελαφρυντικά σε αυτόν τον άνθρωπο, όταν δεν έχει δείξει ίχνος μεταμέλειας για ένα έγκλημα με 120 νεκρούς;»
Στο ίδιο κλίμα κινούνται και οι δηλώσεις της Μαρίνας Καρύδα, επίσης επιζήσασας και συγγραφέα του βιβλίου «Μάτι, 23 Ιουλίου 2018». Η ίδια φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της αποστράτευσης των τεσσάρων καταδικασθέντων, επισημαίνοντας:
«Αυτοί οι άνθρωποι αποστρατεύτηκαν με τιμές, όμως στη συνέχεια καταδικάστηκαν, καθώς κρίθηκαν ανάξιοι των αξιωμάτων τους. Έχει γίνει έκτοτε κάποια ενέργεια ώστε να τους αφαιρεθούν, να τους “ξηλωθούν” αυτές οι τιμές; Τι σύνταξη λαμβάνουν σήμερα; Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία κανείς δεν έχει δώσει απάντηση».
Το έγκαυμα ως κατάσταση εφ’ όρου ζωής
Η Μαρίνα Καρύδα δεν είχε ανθρώπινη απώλεια την ημέρα της τραγωδίας αλλά η ίδια στάθηκε στο πλευρό των οικογενειών των θυμάτων και των εγκαυματιών, συνιδρύοντας τη SALVIA BURN ASSOCIATION, τη μοναδική οργάνωση στην Ελλάδα για το έγκαυμα που στηρίζει έμπρακτα τους επιζώντες.
Η ίδια περιγράφει την πραγματικότητα του εγκαύματος: «Το έγκαυμα δεν επουλώνεται ποτέ, είναι μια κατάσταση εφ’ όρου ζωής και μάλιστα ορισμένοι επιζώντες έχουν αποκτήσει μόνιμο ποσοστό αναπηρίας. Τα χειρουργεία δεν σταματούν ποτέ, καθώς το δέρμα δεν επανέρχεται στην αρχική του μορφή.
Για παράδειγμα, υπάρχει εγκαυματίας που νοσηλεύτηκε για 17 μήνες στο νοσοκομείο, αλλά ακόμη και αφότου πήρε εξιτήριο, εμφάνισε σοβαρό πρόβλημα στη νεφρική της λειτουργία λόγω λοιμώξεων, με αποτέλεσμα να υποβάλλεται καθημερινά σε αιμοκάθαρση και χρειάζεται να κάνει πάρα πολλά χειρουργεία».
Αν και οι πληγές αρκετών ανθρώπων έχουν κλείσει σε σημαντικό βαθμό, περίπου 20 εγκαυματίες εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από πολύ βαριές χειρουργικές επεμβάσεις. Επιπλέον, όλοι τους είναι υποχρεωμένοι να προσέχουν, χρησιμοποιώντας ειδικές κρέμες και ενυδατικές διότι τα σημάδια από τα εγκαύματα δεν υποχωρούν ποτέ.
Παρά τον καθημερινό αγώνα που δίνουν αυτοί οι άνθρωποι, ένιωσαν να απαξιώνονται από τη δικαστική απόφαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από το σύνολο των 58 εγκαυματιών, το δικαστήριο της κύριας δίκης αναγνώρισε επίσημα ως θύματα σωματικών βλαβών μόνο τους 32.
Ο κατακερματισμός της δίκης
Αυτό οφείλεται στον κατακερματισμό της υπόθεσης σε επιμέρους δικαστικές διαδικασίες. Όπως επισημαίνει η Μαρίνα Καρύδα, ενώ η κύρια δίκη —αυτή που ξεκίνησε από το Εφετείο και έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο— συμπεριέλαβε τελικά μόνο 32 από τους εγκαυματίες, οι υπόλοιποι 26 έχουν παραπεμφθεί σε μια δεύτερη, ξεχωριστή δίκη. Αυτή η δεύτερη διαδικασία παίρνει συνεχώς αναβολές, καθώς για να ξεκινήσει νομικά, πρέπει πρώτα να τελεσιδικήσει αμετάκλητα η κύρια δίκη.
Οι εγκαυματίες, δυστυχώς, δεν αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα αυτής της δικαστικής διάσπασης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώην διοικητή του ΕΣΚΕ, Ιωάννη Φωστιέρη, ο οποίος καταδικάστηκε στη βασική δίκη σε 5 έτη φυλάκισης για ανθρωποκτονίες και σωματικές βλάβες από αμέλεια, αλλά δικάστηκε και καταδικάστηκε ξεχωριστά σε 2 έτη με αναστολή για την παροχή ψευδών στοιχείων στην Πυροσβεστική. Αντιστοίχως, η υπόθεση των απειλών του Βασίλη Ματθαιόπουλου κατά του δικαστικού πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιου απομονώθηκε σε ένα εντελώς ξεχωριστό ποινικό δικαστήριο.
Ως αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού, οι κατηγορούμενοι δεν αντιμετώπισαν ποτέ το σωρευτικό βάρος των πράξεών τους σε μία ενιαία και συνολική δικαστική διαδικασία.