Ένα ανθρώπινο λάθος μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, η απώλεια οπτικής επαφής εξαιτίας του καπνού, μια λανθασμένη εντολή, ένα ισχυρό καθοδικό ρεύμα αέρα ή ένας συνδυασμός όλων αυτών βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας για τη φονική σύγκρουση των δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων Bell 214ST στην Ψάθα.
Έμπειροι πιλότοι και ειδικοί στη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων συμφωνούν σε ένα βασικό σημείο: το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς ακούμπησαν τα δύο ελικόπτερα, αλλά κυρίως γιατί βρέθηκαν την ίδια στιγμή τόσο κοντά, σχεδόν στο ίδιο ύψος και σε συγκλίνουσες τροχιές.
Η τραγωδία σημειώθηκε λίγο μετά τις 16:00 της Κυριακής 2 Αυγούστου, ενώ τα δύο μισθωμένα πυροσβεστικά ελικόπτερα επιχειρούσαν στο μέτωπο της μεγάλης φωτιάς στην Αττικοβοιωτία. Στο καθένα επέβαιναν ένας αλλοδαπός χειριστής και ένας Έλληνας αξιωματικός-συντονιστής. Από τη σύγκρουση έχασαν τη ζωή τους ο Δανός πιλότος και ο Έλληνας συντονιστής του ενός ελικοπτέρου. Ο Βρετανός χειριστής του δεύτερου κατάφερε, παρά τις ζημιές, να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση σε δρόμο και να βγει μαζί με τον Έλληνα συντονιστή πριν το ελικόπτερο τυλιχθεί στις φλόγες.
Τι φαίνεται στο βίντεο της σύγκρουσης
Το βίντεο που καταγράφει τα τελευταία δευτερόλεπτα της πτήσης προσφέρει σημαντικές ενδείξεις, όχι όμως ασφαλείς αποδείξεις για την αιτία του δυστυχήματος.
Σύμφωνα με την πρώτη ανάλυση του αεροναυπηγού και ερευνητή αεροπορικών ατυχημάτων Φαίδωνα Καραϊωσηφίδη, τα δύο Bell φαίνεται να πετούν σε σχηματισμό, με το ένα να βρίσκεται μπροστά και χαμηλότερα. Το δεύτερο ελικόπτερο εμφανίζεται να χάνει ύψος με μεγαλύτερο ρυθμό, μέχρι που οι δύο τροχιές συναντώνται.
Τα πέδιλα ή το κάτω μέρος του δεύτερου ελικοπτέρου φαίνεται ότι έρχονται σε επαφή με το κύριο στροφείο του πρώτου. Από τη στιγμή που καταστράφηκε ο δίσκος του στροφείου, το πρώτο Bell έχασε ουσιαστικά κάθε δυνατότητα ελεγχόμενης πτήσης και κατέπεσε στη χαράδρα. Το δεύτερο, μολονότι υπέστη σοβαρές ζημιές, παρέμεινε πτητικά ελεγχόμενο και προσγειώθηκε αναγκαστικά.
«Το λεπτό σημείο είναι γιατί τα δύο ελικόπτερα βρέθηκαν τόσο κοντά», επισημαίνει ο κ. Καραϊωσηφίδης, θέτοντας τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η έρευνα: γιατί έσπασε ο σχηματισμός, γιατί αυξήθηκε ο ρυθμός καθόδου του δεύτερου ελικοπτέρου και ποιες οδηγίες είχαν προηγηθεί από τους χειριστές και το κέντρο συντονισμού.
Πρώτο σενάριο: Λανθασμένη εκτίμηση και ανθρώπινος παράγοντας
Το βασικό σενάριο που εξετάζουν έμπειροι πιλότοι είναι εκείνο της λανθασμένης εκτίμησης της απόστασης, του ύψους ή της σειράς με την οποία θα εκτελούνταν οι ρίψεις.
Οι χειριστές των δύο Bell διέθεταν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, χιλιάδες ώρες πτήσης και μεγάλη εμπειρία στον συγκεκριμένο τύπο ελικοπτέρου. Ωστόσο, ακόμη και για τους πλέον έμπειρους πιλότους, η αεροπυρόσβεση αποτελεί μία από τις δυσκολότερες και πιο επικίνδυνες πτητικές αποστολές.
Τα πληρώματα πετούν χαμηλά, κοντά σε βουνά και πλαγιές, μέσα σε καπνό, στάχτη και ισχυρές αναταράξεις, έχοντας παράλληλα την πίεση να πραγματοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες ρίψεις.
Έμπειροι χειριστές εκτιμούν ότι μπορεί να υπήρξε κακή ή ελλιπής συνεννόηση, παρερμηνεία μιας εντολής ή απόκλιση από τα προβλεπόμενα ύψη. Είναι επίσης πιθανό και τα δύο πληρώματα να θεωρούσαν ότι είχαν προτεραιότητα για την επόμενη προσέγγιση στο μέτωπο.
Παντελής Φραγκούλης: «Τραγικό λάθος»
Ο πιλότος και εμπειρογνώμονας Παντελής Φραγκούλης χαρακτήρισε την εικόνα της σύγκρουσης «τραγικό λάθος», τονίζοντας, πάντως, ότι απαιτείται να αποσαφηνιστεί ο ακριβής επιχειρησιακός ρόλος κάθε ελικοπτέρου.
Όπως επισήμανε, σε περίπτωση που ένα από τα δύο Bell εκτελούσε αποκλειστικά καθήκοντα εναέριου συντονισμού, θα έπρεπε να διατηρεί διαφορετικό ύψος από τα μέσα που πραγματοποιούσαν ρίψεις και διαρκείς ελιγμούς πάνω από τη φωτιά. Μέχρι να διευκρινιστεί εάν και τα δύο ελικόπτερα συμμετείχαν στις ρίψεις ή εάν το ένα είχε διαφορετική αποστολή, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Δεύτερο σενάριο: Καθοδικό ρεύμα ή ξαφνική ριπή ανέμου
Οι πυρκαγιές δημιουργούν ένα εξαιρετικά ασταθές μικροπεριβάλλον. Οι θερμές μάζες αέρα ανεβαίνουν απότομα, ενώ περιμετρικά μπορούν να σχηματίζονται καθοδικές κινήσεις, μεταβαλλόμενες ριπές και ισχυρές αναταράξεις.
Στο βίντεο, το επάνω ελικόπτερο φαίνεται να πραγματοποιεί μία ξαφνική κάθοδο με ρυθμό που πιλότοι χαρακτηρίζουν ασυνήθιστο για πτήση σε σχηματισμό. Εξετάζεται, επομένως, εάν παρασύρθηκε από καθοδικό ρεύμα ή από ισχυρή πλευρική ριπή, με αποτέλεσμα ο χειριστής να μην προλάβει να ανακτήσει το προβλεπόμενο ύψος.
Στις χαμηλές πτήσεις αεροπυρόσβεσης, ο καπνός, η περιορισμένη ορατότητα, η ανατάραξη και η παρουσία άλλων αεροσκαφών αναγνωρίζονται διεθνώς ως παράγοντες που αυξάνουν κατακόρυφα τον κίνδυνο.
Τρίτο σενάριο: Χάθηκε η οπτική επαφή
Ιδιαίτερα ισχυρό θεωρείται το ενδεχόμενο το πλήρωμα του δεύτερου ελικοπτέρου να έχασε προσωρινά από τα μάτια του το προπορευόμενο Bell.
Το κάτω και εμπρός ελικόπτερο μπορούσε να βρίσκεται σε «τυφλό» σημείο, κάτω από το οπτικό πεδίο των χειριστών του δεύτερου. Αντίστοιχα, το πλήρωμα του πρώτου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθεί ένα ελικόπτερο που πλησίαζε από πάνω και πίσω.
Η ορατότητα επιβαρυνόταν από τα σύννεφα καπνού και στάχτης. Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδόθηκαν μετά το δυστύχημα, ο διασωθείς Βρετανός χειριστής φέρεται να ανέφερε ότι δεν είδε το ελικόπτερο που βρισκόταν μπροστά του. Η επίσημη κατάθεσή του, όμως, καθώς και οι συνομιλίες των πληρωμάτων θα είναι εκείνες που θα δείξουν εάν πράγματι υπήρξε απώλεια οπτικής επαφής.
Τέταρτο σενάριο: Το αερεύμα του ενός ελικοπτέρου επηρέασε το άλλο
Όταν δύο μεγάλα ελικόπτερα πετούν σε μικρή απόσταση, το ισχυρό αερεύμα που παράγει το κύριο στροφείο του ενός –το λεγόμενο downwash– μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του άλλου.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο όταν συνδυάζεται με τις αναταράξεις της πυρκαγιάς και τις ριπές του ανέμου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η μικρή απόσταση μεταξύ των δύο Bell να προκάλεσε αεροδυναμική αλληλεπίδραση, επιδεινώνοντας μια ήδη λανθασμένη ή επικίνδυνη τροχιά.
Ωστόσο, το downwash από μόνο του δεν εξηγεί γιατί τα δύο μέσα είχαν φτάσει τόσο κοντά. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πιθανός επιβαρυντικός παρά ως μοναδικός παράγοντας.
Πέμπτο σενάριο: Συνδυασμός λαθών και ακραίων συνθηκών
Στα περισσότερα αεροπορικά δυστυχήματα δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία, αλλά μια αλυσίδα περιστατικών.
Μια λανθασμένη εκτίμηση της θέσης του άλλου ελικοπτέρου, μια στιγμιαία διακοπή της επικοινωνίας, ο καπνός, η κόπωση, μια ξαφνική ριπή και η καθυστερημένη αντίδραση του χειριστή μπορεί να συνέπεσαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Αυτό θεωρείται από πολλούς έμπειρους πιλότους ένα από τα πλέον ρεαλιστικά σενάρια: όχι ένα μεμονωμένο λάθος, αλλά μια αλληλουχία ανθρώπινων και περιβαλλοντικών παραγόντων που έκλεισε κάθε διαθέσιμη διέξοδο διαφυγής.
Έκτο σενάριο: Αδιαθεσία ή τεχνική βλάβη
Στις λιγότερο πιθανές, αλλά υπαρκτές εκδοχές, περιλαμβάνεται μια ξαφνική αδιαθεσία του χειριστή του ελικοπτέρου που έχανε ύψος. Ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να εξηγήσει μια απότομη και φαινομενικά ανεξέλεγκτη κάθοδο.
Παράλληλα εξετάζεται το ενδεχόμενο τεχνικής βλάβης, όπως στιγμιαία απώλεια ισχύος, πρόβλημα στο σύστημα μετάδοσης ή άλλη μηχανική αστοχία. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια στοιχείο που να επιβεβαιώνει βλάβη πριν από τη σύγκρουση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα πυροσβεστικά ελικόπτερα υποβάλλονται σε συνεχείς επιθεωρήσεις, ακριβώς επειδή πετούν με μεγάλα φορτία και σε ακραίες συνθήκες. Το ιστορικό συντήρησης, τα εξαρτήματα που θα ανακτηθούν και οι ζημιές στα δύο αεροσκάφη θα δείξουν εάν υπήρξε κάποια αστοχία πριν από την επαφή ή εάν όλες οι καταστροφές προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση.
Τα στοιχεία που θα δώσουν τις απαντήσεις
Η έρευνα θα επικεντρωθεί στις επικοινωνίες των δύο χειριστών μεταξύ τους και με το συντονιστικό κέντρο, στις εντολές για τα ύψη και τη σειρά των ρίψεων, στα δεδομένα των πτήσεων, στα μετεωρολογικά στοιχεία της συγκεκριμένης στιγμής και στις καταθέσεις των δύο διασωθέντων.
Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η μαρτυρία του Βρετανού πιλότου, ο οποίος όχι μόνο επέζησε, αλλά κατάφερε να κρατήσει στον αέρα το βαριά χτυπημένο ελικόπτερό του και να το προσγειώσει.
Παράλληλα, η Ελληνική Αστυνομία διενεργεί προανάκριση κατόπιν εισαγγελικής εντολής, ενώ η τεχνική διερεύνηση του αεροπορικού δυστυχήματος αναμένεται να εξετάσει ανεξάρτητα τα αίτια και τους παράγοντες ασφαλείας. Ο χώρος του δυστυχήματος έχει αποκλειστεί για τη συλλογή των συντριμμιών και των υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων.
Μετά τη σύγκρουση καθηλώθηκαν, όπως προβλέπει το πρωτόκολλο, τα υπόλοιπα ελικόπτερα Bell που επιχειρούσαν στην περιοχή, μέχρι να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι.
Το βίντεο δείχνει την τελευταία πράξη της τραγωδίας. Δεν αποκαλύπτει, όμως, ακόμη τι συνέβη στα λεπτά και στα δευτερόλεπτα που προηγήθηκαν. Εκεί ακριβώς βρίσκονται οι απαντήσεις: στις συνομιλίες των πληρωμάτων, στις εντολές που δόθηκαν, στις καιρικές συνθήκες και στα τεχνικά ευρήματα των δύο ελικοπτέρων.