Στη μάχη με τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές, το κοινό βλέπει συνήθως μόνο τη θεαματική εικόνα ενός Canadair που βυθίζεται στη θάλασσα και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αδειάζει χιλιάδες λίτρα νερού πάνω στις φλόγες. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο μεγαλύτερος αντίπαλος των πιλότων δεν είναι μόνο η φωτιά. Είναι ο άνεμος, οι αναταράξεις, ο κυματισμός της θάλασσας, ο καπνός και η ορατότητα.
Οι σημερινές ακραίες συνθήκες στην Κρήτη, με θυελλώδεις ανέμους, υψηλές θερμοκρασίες και συνεχείς αναζωπυρώσεις, αποτελούν ίσως το δυσκολότερο δυνατό περιβάλλον για κάθε εναέριο μέσο. Οι ισχυροί άνεμοι όχι μόνο επιταχύνουν τη φωτιά, αλλά δυσκολεύουν ή ακόμη και απαγορεύουν τις επιχειρήσεις των αεροσκαφών σε ορισμένες φάσεις της αποστολής.
Τα Canadair και τα όριά τους
Η Ελλάδα χρησιμοποιεί κυρίως τα αμφίβια Canadair CL-215 και CL-415.
Το νεότερο CL-415 μεταφέρει περίπου 6.100 λίτρα νερού, ενώ το παλαιότερο CL-215 περίπου 5.300 λίτρα. Μέσα σε 10-12 δευτερόλεπτα μπορούν να γεμίσουν τις δεξαμενές τους πραγματοποιώντας υδροληψία από τη θάλασσα ή μεγάλες λίμνες.
Εκεί όμως βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία.
Για να πραγματοποιηθεί ασφαλής υδροληψία απαιτείται σχετικά ήρεμη θαλάσσια επιφάνεια. Όσο μεγαλώνει ο κυματισμός, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χτυπήσουν τα σκάφη του αεροσκάφους στα κύματα με τεράστιες καταπονήσεις ή ακόμη και να χαθεί ο έλεγχος. Για τον λόγο αυτό, σε έντονο κυματισμό πολλές φορές οι πιλότοι αναγκάζονται να αναζητήσουν προστατευμένους κόλπους ή να εγκαταλείψουν εντελώς την υδροληψία.
Παράλληλα, οι πλευρικοί άνεμοι δυσκολεύουν ιδιαίτερα τόσο την αποθαλάσσωση όσο και τη χαμηλή διέλευση επάνω από τη φωτιά.
Τι θα μπορούσε να επιχειρήσει σε συνθήκες όπως της Κρήτης
Σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση όπως η σημερινή στην Κρήτη, όπου οι θυελλώδεις άνεμοι δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις, τα ελικόπτερα έχουν συνήθως μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, επειδή δεν εξαρτώνται από μεγάλες υδροληψίες στη θάλασσα.
Από τα αεροσκάφη σταθερής πτέρυγας, τα Canadair CL-415 παραμένουν τα πλέον αποτελεσματικά όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, ενώ σημαντική βοήθεια μπορούν να προσφέρουν και μεγαλύτερα ευρωπαϊκά αεροσκάφη, όπως το Air Tractor AT-802 Fire Boss ή το ισχυρότερο De Havilland DHC-515 (τη νέα γενιά των Canadair), όπου είναι διαθέσιμα.
Ωστόσο, ακόμη και το πιο σύγχρονο πυροσβεστικό αεροσκάφος του κόσμου δεν μπορεί να νικήσει τους νόμους της αεροδυναμικής. Όταν οι άνεμοι γίνονται ακραίοι και ο κυματισμός μετατρέπει τη θάλασσα σε παγίδα, οι κυβερνήτες υποχρεώνονται να περιμένουν το κατάλληλο “παράθυρο” επιχειρήσεων.
Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο δίδαγμα των πυρκαγιών. Όσο εξελιγμένα κι αν είναι τα εναέρια μέσα, τον τελευταίο λόγο εξακολουθεί να τον έχει ο καιρός. Σήμερα, στην Κρήτη, οι ισχυροί άνεμοι αποτελούν τον μεγαλύτερο σύμμαχο της φωτιάς και τον πιο δύσκολο αντίπαλο των πιλότων που δίνουν τη μάχη από αέρος.
Τα ελικόπτερα: Η δύναμη ακριβείας της πυρόσβεσης
Εάν τα Canadair θεωρούνται το «βαρύ πυροβολικό» της αεροπυρόσβεσης, τα ελικόπτερα είναι οι «χειρουργοί» της επιχείρησης. Μπορούν να πετούν πιο αργά, να αιωρούνται πάνω από τη φωτιά και να πραγματοποιούν στοχευμένες ρίψεις εκεί όπου ένα αεροσκάφος σταθερής πτέρυγας δεν μπορεί να προσεγγίσει με ασφάλεια.
Στον ελληνικό στόλο συμμετέχουν κυρίως τα Erickson Air Crane (S-64), τα ρωσικά Mil Mi-8 και Mi-17, τα στρατιωτικά CH-47 Chinook, καθώς και κατά περιόδους Super Puma, Bell 214, AW139 και άλλα μισθωμένα ελικόπτερα.
Το μεγαλύτερο από αυτά, το Erickson Air Crane, μπορεί να μεταφέρει έως και 9.000-10.000 λίτρα νερού, ποσότητα μεγαλύτερη ακόμη και από αρκετά πυροσβεστικά αεροπλάνα. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι ότι μπορεί να ανεφοδιάζεται μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό από δεξαμενές, λίμνες, ποτάμια ή ακόμη και από ειδικά διαμορφωμένες υδατοδεξαμενές κοντά στο μέτωπο της φωτιάς.
Τα Chinook, αν και έχουν σχεδιαστεί ως μεταγωγικά ελικόπτερα, χρησιμοποιούνται με εξωτερικό κάδο (Bambi Bucket) μεταφέροντας περίπου 7.000 έως 8.000 λίτρα νερού, ενώ τα Mi-8 και Mi-17 μεταφέρουν συνήθως 3.000 έως 4.500 λίτρα, ανάλογα με τη διαμόρφωση.
Μπορούν να πετούν με πολύ δυνατό αέρα;
Τα ελικόπτερα έχουν σαφώς μεγαλύτερη ευελιξία από τα αεροπλάνα, όμως ούτε αυτά είναι άτρωτα απέναντι στις καιρικές συνθήκες.
Σε ανέμους 7 έως 8 μποφόρ μπορούν πολλές φορές να συνεχίσουν να επιχειρούν, εφόσον το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες και η κρίση του κυβερνήτη. Όταν όμως οι ριπές ξεπερνούν τα 80-90 χιλιόμετρα την ώρα, ιδιαίτερα σε ορεινό ανάγλυφο, οι αναταράξεις γίνονται εξαιρετικά επικίνδυνες.
Επιπλέον, η ίδια η πυρκαγιά δημιουργεί έντονα ανοδικά θερμικά ρεύματα. Οι πιλότοι μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να βρεθούν αντιμέτωποι με απότομες μεταβολές ύψους, αναταράξεις και μετακινήσεις του ελικοπτέρου, την ώρα που πετούν μόλις λίγα μέτρα πάνω από τις κορυφές των δέντρων.
Στην Κρήτη ποια μέσα θα είχαν τις περισσότερες πιθανότητες;
Σε μια κατάσταση όπως η σημερινή στην Κρήτη, με πολύ ισχυρούς ανέμους και έντονο κυματισμό, οι ειδικοί εκτιμούν ότι τα βαρέα ελικόπτερα τύπου Erickson Air Crane και Chinook θα είχαν περισσότερες επιχειρησιακές δυνατότητες από τα αμφίβια Canadair, επειδή δεν εξαρτώνται από μεγάλες υδροληψίες στη θάλασσα και μπορούν να ανεφοδιάζονται από προστατευμένες δεξαμενές ή μικρότερα υδάτινα σημεία.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιχειρούν χωρίς όρια. Εάν οι ριπές του ανέμου, οι αναταράξεις και ο καπνός ξεπεράσουν τα όρια ασφαλείας του τύπου του ελικοπτέρου και την επιχειρησιακή κρίση του κυβερνήτη, οι αποστολές διακόπτονται. Στην αεροπυρόσβεση ισχύει ένας απαράβατος κανόνας: κανένα μέσο δεν απογειώνεται όταν η πιθανότητα να χαθεί το πλήρωμά του είναι μεγαλύτερη από την πιθανότητα να περιορίσει τη φωτιά.
Πότε λένε “όχι” οι πιλότοι
Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός μποφόρ που να ισχύει για όλα τα αεροσκάφη.
Η τελική απόφαση λαμβάνεται από τους κυβερνήτες ανάλογα με:
- την ένταση και τη διεύθυνση του ανέμου,
- τον κυματισμό της θάλασσας,
- την ορατότητα μέσα στον καπνό,
- το ανάγλυφο της περιοχής,
- τις θερμοκρασίες και τις αναταράξεις.
Πάνω απ’ όλα όμως υπερισχύει η ασφάλεια του πληρώματος. Ένα αεροσκάφος που θα χαθεί δεν θα μπορεί να σώσει καμία άλλη πυρκαγιά.