Υπάρχουν ιστορίες που δεν χωρούν εύκολα στα αστυνομικά δελτία. Ιστορίες που, ακόμη και ύστερα από δεκαετίες, προκαλούν θλίψη και θέτουν δύσκολα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που βρίσκονται στο επίκεντρο μιας δημόσιας αντιπαράθεσης.
Μία από αυτές είναι η ιστορία της Ρουμπίνης Σταθέα, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, η οποία βρέθηκε νεκρή στην Κερατέα τον Οκτώβριο του 2003.
Το όνομά της είχε συνδεθεί με την υπόθεση αναστολής κατεδαφίσεων αυθαίρετων κτισμάτων στην Ανατολική Αττική. Μια υπόθεση με διοικητικές, πολιτικές και δικαστικές προεκτάσεις, σε μια εποχή κατά την οποία η αυθαίρετη δόμηση αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ελληνικής πραγματικότητας.
Η ίδια, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, άφησε επιστολή προς τον τότε διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας», Σεραφείμ Φυντανίδη. Ένα κείμενο στο οποίο δεν αναφερόταν μόνο στην υπηρεσιακή υπόθεση, αλλά κυρίως στο πώς αντιλαμβανόταν τις προσωπικές της ευθύνες και τις συνέπειες για τους ανθρώπους γύρω της.
«Δεν είμαι ηρωίδα, δεν θεωρώ τον εαυτό μου μάρτυρα. Θεωρώ ότι πρέπει να πληρώσω τα λάθη και τις ανεπάρκειές μου, αφού με τις ενέργειές μου διέσυρα για πολλοστή φορά τον άνδρα μου, τον πιο ευαίσθητο, ακέραιο και δημοκρατικό άνθρωπο που γνώρισα ποτέ […] Διέσυρα τα παιδιά μου, την υπηρεσία μου, το υπουργείο μου, την κυβέρνηση και τη δικαστική εξουσία» αναφέρει η Ρουμπίνη Σταθέα.
Όπως λέει «πιστεύω ότι οι περισσότεροι υπάλληλοι είναι έντιμοι. Δεν φταίνε αυτοί που πληρώνουν τις ανεπάρκειες και τις αγκυλώσεις του συστήματος από καταβολής του ελληνικού κράτους».
Η Ρουμπίνη Σταθέα ευχαριστεί όσους της συμπαραστάθηκαν σε αυτή την υπηρεσιακή περιπέτειά της, αλλά και όσους απέφυγαν να την κρίνουν. Γράφει, επίσης, ότι για το θέμα και τα γεγονότα μπορούν να μιλήσουν έγκυρα στους αρμοδίους ο γενικός διευθυντής της διεύθυνσης δημόσιας περιουσίας κ. Στάθης και οι διευθυντές στην ίδια υπηρεσία, Τόνια Τριτάρη και κ. Λάμπρου.
Παράλληλα, αναφέρει ότι τελευταίες επιθυμίες της είναι το πόρισμα για τα γεγονότα να μην εκδοθεί εν θερμώ και να μη διωχθούν υπάλληλοι για λάθη και ανακολουθίες «για τους λόγους που αναφέρω».
Η υπόθεση των αυθαιρέτων στην Ανατολική Αττική
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι κατεδαφίσεις αυθαιρέτων αποτελούσαν πεδίο έντονων συγκρούσεων. Η Ανατολική Αττική είχε γνωρίσει εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα, με αυθαίρετες κατασκευές, αμφισβητούμενες ιδιοκτησίες και πολυετείς διοικητικές εκκρεμότητες.
Στο επίκεντρο της συγκεκριμένης υπόθεσης βρέθηκαν αποφάσεις και διαδικασίες που αφορούσαν την αναστολή κατεδαφίσεων.
Η Ρουμπίνη Σταθέα ενεπλάκη υπηρεσιακά στην υπόθεση και το όνομά της ήρθε στη δημοσιότητα. Ωστόσο, η εμπλοκή ενός υπαλλήλου σε μια υπόθεση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόδειξη προσωπικής ενοχής. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε έναν άνθρωπο που δεν βρίσκεται πια στη ζωή για να εξηγήσει τις πράξεις και τις αποφάσεις του.
Η επιστολή στον Σεραφείμ Φυντανίδη
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της ιστορίας ήταν η επιστολή που απηύθυνε στον διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας».
Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή, η Σταθέα θεωρούσε ότι έπρεπε να πληρώσει για τα λάθη και τις ανεπάρκειές της. Πίστευε ότι οι ενέργειές της είχαν εκθέσει τον σύζυγό της, τα παιδιά της, την υπηρεσία της, την κυβέρνηση και τη δικαστική εξουσία.
Είναι μια αναφορά που αποτυπώνει το βάρος της προσωπικής ευθύνης όπως το βίωνε η ίδια.
Δεν μπορούμε, όμως, να γνωρίζουμε ολόκληρη την ψυχική διαδρομή που προηγήθηκε του θανάτου της ούτε να αποδώσουμε την απόφασή της αποκλειστικά στην υπηρεσιακή υπόθεση ή σε ένα αίσθημα ευθιξίας.
Αυτό που παραμένει ιδιαίτερα οδυνηρό είναι η αναφορά στην οικογένειά της. Στον σύζυγο και στα παιδιά της, τους ανθρώπους που η ίδια φοβόταν ότι είχε εκθέσει και οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ανεπανόρθωτη απώλεια.
Οι πιέσεις, η πολυνομία και το μεγάλο ερώτημα
Τα δημοσιεύματα της εποχής αποκαλύπτουν ότι η ιστορία ήταν πολύ πιο σύνθετη από μια απλή υπόθεση υπηρεσιακού λάθους.
Η Ρουμπίνη Σταθέα ήταν 52 ετών και αναπληρώτρια προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής. Είχε βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης για τη διακοπή κατεδάφισης αυθαίρετης κατασκευής σε πολυτελή κατοικία του εφοπλιστή Πατέρα στο Λαγονήσι.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα των «Νέων» και της «Καθημερινής», υπήρχαν αναφορές για πιέσεις από διαφορετικές πλευρές, αντικρουόμενες υπηρεσιακές οδηγίες και δυσκολίες στην εφαρμογή της νομοθεσίας. Η ίδια είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις στη Δικαιοσύνη.
Το ερώτημα που προέκυπτε ήταν αμείλικτο: Πόσο εύκολο ήταν για έναν δημόσιο υπάλληλο να λειτουργήσει ανεπηρέαστος όταν συγκρούονταν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, διοικητικές αποφάσεις και πολιτικές παρεμβάσεις;
Μια οικογενειακή τραγωδία πίσω από τους τίτλους
Χρόνια αργότερα, ένα εκτενές δημοσίευμα της «Καθημερινής» επανέφερε την ανθρώπινη πλευρά της υπόθεσης, παρουσιάζοντας στοιχεία από τη ζωή και την οικογένεια της Σταθέα.
Ανάμεσα στις τελευταίες σημειώσεις της υπήρχαν ακόμη και καθημερινές οικογενειακές εκκρεμότητες. Μια συγκινητική λεπτομέρεια ήταν η επιθυμία της να δοθούν χρήματα στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα αντί για στεφάνια.
Πίσω από το υπηρεσιακό αξίωμα υπήρχε μια γυναίκα, μια σύζυγος και μια μητέρα, με τις συνηθισμένες φροντίδες της οικογενειακής ζωής.
Το πόρισμα που αποκάλυψε ένα διαχρονικό πρόβλημα
Τον Νοέμβριο του 2003, η «Καθημερινή» παρουσίασε στοιχεία από πόρισμα ελέγχου του υπουργείου Οικονομικών.
Το πόρισμα καταλόγιζε στη Σταθέα μη νόμιμη ανάκληση πρωτοκόλλων κατεδάφισης. Παράλληλα, όμως, κατέγραφε ένα ευρύτερο πρόβλημα: παραλείψεις και καθυστερήσεις δεκαετιών στην Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, καθώς και διαφορετικές ερμηνείες της νομοθεσίας μεταξύ συναρμόδιων υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια, η διοικητική δυσλειτουργία δεν είχε δημιουργηθεί από έναν και μόνο άνθρωπο.
Αυτό δεν απαλλάσσει κανέναν από τις υπηρεσιακές ευθύνες που ενδεχομένως του αναλογούσαν. Υπογραμμίζει, όμως, ότι η απόδοση ευθυνών οφείλει να γίνεται με πλήρη εξέταση των πραγματικών περιστατικών και όχι μέσα σε κλίμα δημόσιας κατακραυγής.
Είκοσι τρία χρόνια μετά, ένα μάθημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί
Η Ρουμπίνη Σταθέα δεν πρέπει να μείνει στην ιστορία αποκλειστικά ως η υπάλληλος που συνδέθηκε με μια υπόθεση αυθαιρέτων και έβαλε τέλος στη ζωή της.
Η ιστορία της υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε διοικητική απόφαση βρίσκεται ένας άνθρωπος. Ότι η δημόσια λογοδοσία είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από τεκμήριο αθωότητας, δίκαιες διαδικασίες και σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και, κυρίως, ότι κανένα υπηρεσιακό σφάλμα, καμία δημόσια έκθεση και καμία προσωπική αποτυχία δεν σημαίνει ότι μια ανθρώπινη ζωή έχει χάσει την αξία της.
Η δικαιοσύνη οφείλει να αναζητά την αλήθεια. Η διοίκηση να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Και η δημοσιογραφία να ελέγχει την εξουσία χωρίς να ξεχνά τον άνθρωπο.
Η τραγωδία της Ρουμπίνης Σταθέα δεν είναι μόνο μια ιστορία του Οκτωβρίου του 2003. Είναι μια διαχρονική υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πρέπει να συνθλίβεται ανάμεσα στη γραφειοκρατία, την εξουσία και τη δημόσια έκθεση.
Πηγές: «Καθημερινή», «Τα Νέα» — δημοσιεύματα Οκτωβρίου–Νοεμβρίου 2003 και μεταγενέστερες αναδρομές