Το σενάριο τη ελληνικής ταινίας του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου με τον Κώστα Βουτσά που υποδύεται έναν πρίγκιπα σε κάποιο ξενοδοχείο που μοίραζε ρολόγια και τη Μάρθα Καραγιάννη να συμπρωταγωνιστεί μαζί του δεν είναι και τόσο φανταστικό. Πιθανότατα βασίζεται σε μία πραγματική και απίστευτη θα έλεγα ιστορία εντελώς άγνωστη στους περισσότερους από μας όχι όμως για για τους σημερινούς ογδοντάρηδες. Να τα πάρουμε όμως από την αρχή:
Όπως διαβάζουμε σε παλαιότερα δημοσιεύματα στη Βουλιαγμένη γράφτηκε μια μικρή αλλά αξιοσημείωτη σελίδα της σαουδαραβικής ιστορίας. Από το 1965 έως το 1969, το Καβούρι έγινε τόπος εξορίας και τελικά θανάτου του έκπτωτου βασιλιά Σαούντ. Η υπόθεση άφησε βαθύ αποτύπωμα στη μνήμη της περιοχής, κυριάρχησε στον ελληνικό Τύπο και κατέληξε ακόμη και στη μεγάλη οθόνη.
Ο Ιμπν Σαούντ (Σαούντ Ιμπν Αμπντ αλ Αζίζ αλ Φαϊζάλ αλ Σαούντ, στο πλήρες αραβικό όνομά του) διαδέχθηκε τον πατέρα του, ιδρυτή του κράτους, τον Νοέμβριο του 1953. Η αντιπαράθεσή του με τον αδελφό του Φαϊζάλ δεν άργησε να ξεσπάσει και τον Νοέμβριο του 1964 ο Φαϊζάλ τον παραμέρισε και ανέλαβε ο ίδιος την εξουσία.
Ο εξαναγκασμένος σε παραίτηση μονάρχης, με κλονισμένη υγεία, έψαξε ένα ήσυχο καταφύγιο μακριά από τη χώρα του. Εξέτασε τη Γενεύη και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά κατέληξε στη Βουλιαγμένη και στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο «Καβούρι», στο ευρύ οικόπεδο μεταξύ των οδών Ιφιγενείας και Ηλίου.
Οι εφημερίδες της εποχής κατέγραψαν την άφιξή του στο Ελληνικό στις 2 Φεβρουαρίου 1965: 12 σύζυγοι, 15 πρίγκιπες, 12 πριγκίπισσες και 200 βαλίτσες. Ο Τύπος και η κοινή γνώμη ζαλίστηκαν από τέτοια επίδειξη χλιδής, πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα. «Έχασε τον τίτλο του αλλά όχι και τον πλούτο του», έγραψε η «Ελευθερία», που μαζί με άλλα έντυπα παρακολουθούσε καθημερινά τον διάσημο φιλοξενούμενο μέσω διαπιστευμένων συντακτών, τους οποίους ενημέρωνε ειδικός εκπρόσωπος Τύπου του Σαούντ.
Στην πράξη, ο τέως βασιλιάς έκλεισε ολόκληρο το ξενοδοχείο. Για τον εαυτό του κράτησε το δωμάτιο 332, σε ενδιάμεσο όροφο· πάνω από αυτόν έμειναν οι πρίγκιπες και οι άνδρες της συνοδείας, κάτω από αυτόν οι πριγκίπισσες και οι σύζυγοι, και στον δεύτερο όροφο οι γραμματείς και οι υπόλοιποι αυλικοί. Συνολικά, η ακολουθία ξεπερνούσε τα 120 άτομα.
Τον Μάρτιο του 1965 ο συντάκτης της «Ελευθερίας» σκιαγραφούσε μια καθημερινότητα βυθισμένη σε «ακριβοπληρωμένη γαλήνη»: μακρύς ύπνος και ξεκούραση, βόλτες στη θάλασσα, σύντομες διαδρομές με το αυτοκίνητο και, μεσημέρι και βράδυ, πλούσιο τραπέζι με όλα τα παιδιά του.
Για τις μετακινήσεις του παρέλαβε μια ολοκαίνουργια οκταθέσια Κάντιλακ, ενώ η ανοιχτοχεριά του έγινε θρύλος: χάριζε σε αγνώστους χρυσά ρολόγια και άλλα πολύτιμα δώρα.
Οι ανήσυχοι γιοι του προκάλεσαν σειρά τροχαίων, οδηγώντας ακριβά αυτοκίνητα. Στις 21 Μαΐου 1965, ένας πρίγκιπας με Μαζεράτι στην παραλιακή λεωφόρο τραυμάτισε σοβαρά δύο πεζούς ή οδηγούς. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 7 μηνών, την οποία όμως εξαγόρασε και βγήκε ελεύθερος.
Αν και είχε πάψει να κυβερνά, οι ελληνικές αρχές τον αντιμετώπιζαν ως εν ενεργεία αρχηγό κράτους. Κάθε φορά που γύριζε στο αεροδρόμιο από τα συχνά ταξίδια του στο εξωτερικό, τον υποδεχόταν επίσημη αποστολή με υπουργό, δημάρχους, τον αρχηγό της Αστυνομίας και τιμητικό άγημα. Φυσικά, αρκετοί βρήκαν να ωφεληθούν από την παρουσία του στην Αττική.
Κατά τα δημοσιεύματα, ως το τέλος του 1966 ο Σαούντ και οι δικοί του είχαν αφήσει στην Ελλάδα 12 εκατομμύρια δολάρια, ανάμεσα σε έξοδα διαμονής και φιλανθρωπίες.
Κάποια στιγμή τον επισκέφτηκε το κοινοτικό συμβούλιο της Βουλιαγμένης σ συζήτησαν μαζί του για αρκετή ώρα και ο βασιλιάς μία μεγάλη δωρεά σε δημοτικό σχολείο της περιοχής.Οι επισκέπτες μίλησαν με τον Σαούντ και φωτογραφήθηκαν μαζί του, όμως, όπως επέβαλλε η βασιλική εθιμοτυπία, δεν κάθισαν στο ίδιο τραπέζι: ο τέως μονάρχης δείπνησε απομονωμένος, ενώ οι προσκεκλημένοι φιλοξενήθηκαν από εκπροσώπους του, «κοινούς» θνητούς.
Προς το τέλος του 1966, ο Σαούντ έβαλε σε εφαρμογή σχέδιο για να ξανακερδίσει τον θρόνο, ταξιδεύοντας στο Ιράκ και στην Αίγυπτο, χωρίς αποτέλεσμα. Εξασθενημένος, πέθανε στο δωμάτιό του στο Καβούρι στις 23 Φεβρουαρίου 1969, σε ηλικία 67 ετών. Σύμφωνα με τη «Μακεδονία», οι γιατροί έκριναν ότι η αιτία ήταν καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ τα συλλυπητήρια της ελληνικής κυβέρνησης προς τους συγγενείς του εκπροσώπησε ο δικτάτορας Στέλιος Παττακός. Την επομένη η σορός μεταφέρθηκε στη Μέκκα και το Ριάντ, όπου η κηδεία έγινε απλά, με τον αδελφό του, βασιλιά, παρόντα.