Η Σμύρνη δεν χάθηκε από κάποια φυσική καταστροφή. Καταλήφθηκε, λεηλατήθηκε, σφαγιάστηκε και πυρπολήθηκε. Όσοι Έλληνες και Αρμένιοι επέζησαν από τις αγριότητες του κεμαλικού στρατού, των ατάκτων και του όχλου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν για πάντα τα σπίτια, τις εκκλησίες, τις περιουσίες και τους τάφους των προγόνων τους.
Η 27η Αυγούστου ήταν 9η Σεπτεμβρίου
Χρειάζεται μία απαραίτητη ημερολογιακή διευκρίνιση. Η Ελλάδα χρησιμοποιούσε ακόμη το παλαιό, Ιουλιανό ημερολόγιο. Επομένως, η 27η Αυγούστου 1922 αντιστοιχεί στην 9η Σεπτεμβρίου με το σημερινό ημερολόγιο.
Εκείνο το πρωί, περίπου στις 11, η εμπροσθοφυλακή του τουρκικού ιππικού μπήκε στη Σμύρνη. Τα τελευταία ελληνικά στρατιωτικά τμήματα υποχωρούσαν και οι εκπρόσωποι της ελληνικής διοίκησης είχαν ήδη φύγει. Στην πόλη είχαν συγκεντρωθεί, εκτός από τους κατοίκους της, χιλιάδες κυνηγημένοι Έλληνες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Η είσοδος του τουρκικού στρατού ακολουθήθηκε από λεηλασίες, δολοφονίες, βιασμούς και συλλήψεις Ελλήνων και Αρμενίων. Άνδρες αποχωρίζονταν βίαια από τις οικογένειές τους και οδηγούνταν προς την ενδοχώρα, σε τάγματα εργασίας και πορείες θανάτου.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Χρυσοστόμου
Ανάμεσα στα θύματα ήταν ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης. Παρά τις προτάσεις που του έγιναν να εγκαταλείψει την πόλη, αρνήθηκε να αφήσει το ποίμνιό του.
Ο διοικητής της 1ης Τουρκικής Στρατιάς Νουρεντίν πασάς τον παρέδωσε στον εξαγριωμένο όχλο. Ο Μητροπολίτης βασανίστηκε και κατακρεουργήθηκε στους δρόμους της πόλης. Οι αφηγήσεις διαφέρουν σε ορισμένες λεπτομέρειες, όχι όμως στο αδιαμφισβήτητο γεγονός της παράδοσης και της δολοφονίας του.
Η φωτιά άρχισε τέσσερις ημέρες αργότερα
Η μεγάλη πυρκαγιά δεν άρχισε την ώρα της τουρκικής εισόδου. Ξέσπασε στις 31 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο, δηλαδή στις 13 Σεπτεμβρίου, και μαινόταν επί ημέρες.
Ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία και εξαπλώθηκε στις ελληνικές και στις λεβαντίνικες περιοχές. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες καταστράφηκαν, ενώ οι τουρκικές και εβραϊκές περιοχές έμειναν σε μεγάλο βαθμό άθικτες.
Πλήθος ξένων αυτοπτών μαρτύρων, διπλωμάτες, ναυτικοί, ιεραπόστολοι και εργαζόμενοι ανθρωπιστικών οργανώσεων, απέδωσαν την πυρπόληση σε Τούρκους στρατιώτες. Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού αναφέρει επίσης ότι οι κεμαλικές δυνάμεις έβαλαν φωτιά στην πόλη.
Έγγραφο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών του 1923 κατέγραφε ότι οι εστίες φαίνονταν εμπρηστικές. Αν και σημείωνε ότι υπήρχαν αντικρουόμενες μαρτυρίες για τους αυτουργούς, υπογράμμιζε πως οι τουρκικές στρατιωτικές αρχές κατοχής δεν μπορούσαν να αποφύγουν την ευθύνη για την κατάρρευση της τάξης και την έκταση της καταστροφής.
Στην προκυμαία εξελίχθηκαν σκηνές Αποκάλυψης. Άνθρωποι στριμώχνονταν ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα, ενώ τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων παρέμεναν επί ημέρες αγκυροβολημένα, επικαλούμενα ουδετερότητα. Περισσότεροι από 200.000 Έλληνες και Αρμένιοι είχαν συγκεντρωθεί στις αποβάθρες αναζητώντας σωτηρία.
Πόσοι σφαγιάστηκαν και πόσοι εκτοπίστηκαν
Απόλυτα ακριβής αριθμός νεκρών δεν μπορεί να υπάρξει. Πολλοί κάηκαν, πνίγηκαν, δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ή πέθαναν αργότερα στις πορείες προς το εσωτερικό.
Ο ιστορικός Νόρμαν Νάιμαρκ υπολογίζει τους νεκρούς της πυρκαγιάς και των σφαγών σε 10.000 έως 15.000. Ο Ρίτσαρντ Κλογκ ανεβάζει τον αριθμό περίπου στις 30.000, ενώ υπάρχουν και πολύ υψηλότερες εκτιμήσεις. Η ιστορικά ασφαλέστερη διατύπωση είναι ότι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι σκοτώθηκαν στη Σμύρνη.
Παράλληλα, περίπου 30.000 άνδρες ελληνικής και αρμενικής καταγωγής εκτοπίστηκαν προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Πολλοί εκτελέστηκαν ή πέθαναν από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες.
Οι αριθμοί δεν πρέπει να συγχέονται: οι περισσότεροι από 200.000 που διασώθηκαν από τη Σμύρνη αποτελούν μέρος του πολύ μεγαλύτερου ξεριζωμού των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.
Οι Γερμανοί σύμβουλοι των Τούρκων
Η αναφορά σε Γερμανούς συμβούλους έχει ιστορική βάση, απαιτεί όμως σωστή χρονολόγηση.
Ο Πρώσος στρατάρχης Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς, γνωστός ως Γκολτς πασάς, υπήρξε επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1883 έως το 1895 και επανήλθε ως σύμβουλος μετά το 1908. Οι στρατιωτικές και εθνικιστικές θεωρίες του επηρέασαν βαθιά την οθωμανική ηγεσία και το σώμα των αξιωματικών. Ο Γκολτς, όμως, πέθανε το 1916.
Ο Ότο Λίμαν φον Σάντερς ανέλαβε τη γερμανική στρατιωτική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη το 1913 και κατείχε ανώτατες θέσεις στον οθωμανικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1917 διέταξε την εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού των Κυδωνιών προς το εσωτερικό. Όταν πληροφορήθηκε ότι περίπου 200 άνθρωποι είχαν ήδη πεθάνει, ακύρωσε την επιχείρηση και ζήτησε την επιστροφή των υπολοίπων.
Ούτε ο Γκολτς ούτε ο Λίμαν φον Σάντερς ήταν, επομένως, παρόντες ως σύμβουλοι του Κεμάλ στη Σμύρνη το 1922. Η άμεση στρατιωτική ευθύνη ανήκε στην κεμαλική τουρκική ηγεσία, με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ, τον Νουρεντίν πασά και τον διοικητή του 5ου Σώματος Ιππικού Φαχρετίν Αλτάι. Αλλά σαφώς υπήρχε ισχυρό γερμανικό αποτύπωμα στην οργάνωση και στην ιδεολογία του παλαιότερου οθωμανικού στρατού
Οι 1.221.849 πρόσφυγες και η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα
Η επίσημη απογραφή του 1928 κατέγραψε συνολικά 1.221.849 πρόσφυγες στην Ελλάδα. Από αυτούς, 1.104.216 προέρχονταν από εδάφη της Τουρκίας: 626.954 από τη Μικρά Ασία, 256.635 από την Ανατολική Θράκη, 182.169 από τον Πόντο και 38.458 από την Κωνσταντινούπολη.
Ο πραγματικός αριθμός όσων ξεριζώθηκαν ήταν μεγαλύτερος, καθώς χιλιάδες είχαν ήδη πεθάνει από αρρώστιες και κακουχίες ή είχαν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες μέχρι την απογραφή.
Η Μακεδονία δέχθηκε 638.253 πρόσφυγες, δηλαδή το 52,2% του συνόλου. Στη Στερεά Ελλάδα και κυρίως στην Αττική εγκαταστάθηκαν 306.193, στη Δυτική Θράκη 107.607, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου 56.613, στη Θεσσαλία 34.659, στην Κρήτη 33.900 και στην Πελοπόννησο 28.362. Μικρότεροι αριθμοί εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο, στις Κυκλάδες και στα Ιόνια Νησιά.
Οι χαμένες πατρίδες έγιναν νέες ελληνικές πόλεις
Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που δημιουργήθηκε με τη συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών, προσπάθησε να εγκαταστήσει μαζί οικογένειες που προέρχονταν από τις ίδιες περιοχές. Δεν ήταν πάντοτε εφικτό, αλλά έτσι γεννήθηκε ένας νέος γεωγραφικός χάρτης μνήμης.
Η Νέα Σμύρνη, η Νέα Ιωνία της Αττικής και του Βόλου, η Νέα Φιλαδέλφεια, η Νέα Χαλκηδόνα και η Νέα Ερυθραία κράτησαν ζωντανά τα ονόματα των αλησμόνητων πατρίδων.
Στη Μακεδονία δημιουργήθηκαν ή αναπτύχθηκαν τα Νέα Μουδανιά, η Νέα Τρίγλια, η Νέα Μηχανιώνα, η Νέα Καλλικράτεια, η Νέα Φώκαια, η Νέα Μαγνησία, η Νέα Καρβάλη και η Νέα Έφεσος. Στην υπόλοιπη Ελλάδα συναντάμε τη Νέα Κίο, τη Νέα Πέραμο, τη Νέα Αρτάκη, τη Νέα Λάμψακο και τη Νέα Αλικαρνασσό.
Παράλληλα, η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Κοκκινιά –μετέπειτα Νίκαια–, η Δραπετσώνα και το Κερατσίνι στην Αττική, όπως και η Καλαμαριά, η Τούμπα, η Νεάπολη, οι Συκιές, οι Αμπελόκηποι και ο Εύοσμος στη Θεσσαλονίκη, έγιναν μεγάλοι προσφυγικοί τόποι.
Οι πρόσφυγες δεν έφεραν μαζί τους μόνο τον πόνο και τις εικόνες της καταστροφής. Έφεραν γνώσεις, επαγγέλματα, εμπόριο, βιοτεχνία, καπνοκαλλιέργεια, μουσική, γαστρονομία, αθλητικούς συλλόγους και έναν ολόκληρο πολιτισμό που άλλαξε την Ελλάδα.
Οι ονομασίες «Νέα Σμύρνη», «Νέα Ιωνία» και «Νέα Φιλαδέλφεια» δεν είναι απλά τοπωνύμια. Είναι τα μνημεία όσων χάθηκαν και οι αποδείξεις ότι οι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν κατάφεραν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν από πού ήρθαν.
Η 27η Αυγούστου 1922 δεν σηματοδότησε μόνο μία στρατιωτική ήττα. Σηματοδότησε την αρχή του τέλους μιας ελληνικής παρουσίας χιλιάδων ετών. Η Σμύρνη κάηκε, αλλά επέζησε μέσα στους ανθρώπους της – και μαζί τους ταξίδεψε για πάντα στην Ελλάδα.