Υπάρχουν σεισμοί που καταγράφονται στα σεισμολογικά όργανα και υπάρχουν σεισμοί που καταγράφονται για πάντα στη μνήμη εκείνων που τους έζησαν. Ο σεισμός της Πάρνηθας, στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, ήταν και τα δύο.
Ήταν 14:56:50 όταν η Αττική άρχισε να σείεται. Μέγεθος 5,9 Ρίχτερ, επίκεντρο στην περιοχή της Πάρνηθας, μόλις περίπου 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων ανατράπηκε.
Ο τελικός απολογισμός ήταν βαρύτατος: 143 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, χιλιάδες άστεγοι και δεκάδες κτίρια που κατέρρευσαν. Ο ΟΑΣΠ αναφέρει ότι περίπου 40.000 οικογένειες έμειναν χωρίς στέγη.
Κι εγώ εκείνη την ώρα ήμουν εκεί όπου επί χρόνια βρισκόμουν όταν συνέβαινε μια μεγάλη είδηση: στο στούντιο, μπροστά στην κάμερα. Μόνο που αυτή τη φορά η είδηση συνέβαινε κάτω από τα πόδια μας.
Τα δευτερόλεπτα που πάγωσαν την Αθήνα
Ο σεισμός ήταν ιδιαίτερα καταστροφικός επειδή το επίκεντρό του βρισκόταν πολύ κοντά στον πυκνοδομημένο ιστό της πρωτεύουσας.
Άνω Λιόσια, Αχαρνές, Μεταμόρφωση, Νέα Φιλαδέλφεια και άλλες περιοχές της δυτικής και βορειοδυτικής Αττικής βρέθηκαν στο επίκεντρο της καταστροφής.
Εργοστάσια και πολυκατοικίες κατέρρευσαν. Η Ρικομέξ έγινε το τραγικότερο ίσως σύμβολο εκείνης της ημέρας. Κάτω από τόνους μπετόν άνθρωποι περίμεναν ένα χέρι, μια φωνή, έναν σκύλο των σωστικών συνεργείων να εντοπίσει ότι υπήρχε ακόμη ζωή.
Οι μετασεισμοί άρχισαν σχεδόν αμέσως. Μέχρι αργά το πρώτο βράδυ είχαν καταγραφεί εκατοντάδες δονήσεις, αρκετές ιδιαίτερα ισχυρές, ενώ η μετασεισμική δραστηριότητα συνεχίστηκε για μήνες.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό άρχισε για μένα μια από τις πιο παράξενες και έντονες δημοσιογραφικές εμπειρίες της ζωής μου.
«Παρακαλώ, η κάμερα να μην κουνιέται! Μου κουνάτε τον παρουσιαστή!»
Ήμουν τότε στον ΑΝΤ1 και βρισκόμουν μόνος μου στο στούντιο, στον αέρα.
Κάποια στιγμή άρχισα να κουνιέμαι. Το κτίριο είχε αρχίσει να χορεύει από τον σεισμό.
Ο σκηνοθέτης των ειδήσεων, ο Γιώργος Νταούλης, είχε φυσικά τα μάτια του στα μόνιτορ. Έβλεπε εμένα να μετακινούμαι μέσα στο κάδρο και δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε.
Και ξαφνικά τον ακούω στο ακουστικό μου:
«Παρακαλώ, η κάμερα να μην κουνιέται! Μου κουνάτε τον παρουσιαστή!»
Δεν κούναγε όμως κανείς ούτε την κάμερα ούτε τον παρουσιαστή.
Μας κούναγε ο σεισμός.
Σε δευτερόλεπτα η κατάσταση έγινε πολύ πιο σοβαρή. Άρχισαν να πέφτουν κομμάτια από τις ψευδοροφές, καλώδια κρέμονταν και δύο οθόνες τηλεόρασης έπεσαν.
Ο κόσμος άρχισε να εγκαταλείπει το κτίριο.
Εμείς μείναμε μέσα.
Έμεινε ο καμεραμάν, έμεινε ο Γιώργος Νταούλης, ο σκηνοθέτης, έμειναν οι απαραίτητοι τεχνικοί του στούντιο κι έμεινα κι εγώ μπροστά στην κάμερα.
Και συνεχίσαμε.
Το δελτίο δεν σταμάτησε
Εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχε περιθώριο να σκεφτείς πολλά. Έπρεπε να ενημερώσουμε.
Οι πρώτες πληροφορίες άρχισαν να φτάνουν. Πού ήταν το επίκεντρο. Πόσο ισχυρός ήταν ο σεισμός. Πού υπήρχαν ζημιές. Πού είχαν καταρρεύσει κτίρια. Πού υπήρχαν άνθρωποι παγιδευμένοι.
Παραμείναμε στο στούντιο και συνεχίσαμε το δελτίο μέχρι τη στιγμή που είχαμε συγκεντρώσει και μεταδώσει στους τηλεθεατές όλες τις πληροφορίες που μπορούσαμε να δώσουμε εκείνες τις πρώτες κρίσιμες ώρες.
Και βέβαια, όσο περνούσε η ώρα, η είδηση άλλαζε χαρακτήρα.
Δεν ήταν πλέον απλώς «έγινε μεγάλος σεισμός».
Ήταν άνθρωποι κάτω από τα ερείπια.
Η αγωνία για την Εύη, τη γυναίκα του Χρήστου Βασιλόπουλου
Μία από τις ιστορίες που δεν έχω ξεχάσει ποτέ ήταν εκείνη της Εύης Σοφίλου, της γυναίκας του συναδέλφου Χρήστου Βασιλόπουλου.
Η Εύη βρισκόταν εγκλωβισμένη στα χαλάσματα της Ρικομέξ.
Ο Χρήστος ήταν εκεί, περιμένοντας. Οι ώρες περνούσαν. Η αγωνία δεν περιγράφεται.
Τελικά, έπειτα από περίπου 46 ώρες κάτω από τα συντρίμμια, η Εύη εντοπίστηκε ζωντανή. Οι διασώστες άκουσαν τη φωνή της και άρχισε η επιχείρηση που θα την έφερνε ξανά στο φως και στην αγκαλιά του άνδρα της.
Μέσα στην ανείπωτη τραγωδία των 143 νεκρών, κάθε άνθρωπος που έβγαινε ζωντανός από τα χαλάσματα γινόταν εκείνες τις ημέρες μια μικρή νίκη ολόκληρης της χώρας.
Την επόμενη ημέρα, από το στούντιο στα ερείπια
Για μένα η ιστορία δεν τελείωσε όταν έσβησαν τα φώτα του στούντιο.
Την επόμενη ημέρα βρέθηκα εκεί όπου συνεχιζόταν η πραγματική μάχη: στα ερείπια της Ρικομέξ
Έκανα το δελτίο ειδήσεων ζωντανά από το σημείο όπου τα σωστικά συνεργεία εξακολουθούσαν να ψάχνουν ανθρώπους. Δίπλα μας οικογένειες περίμεναν. Πυροσβέστες και άνδρες της ΕΜΑΚ δούλευαν ασταμάτητα. Κάθε τόσο όλοι σώπαιναν, μήπως μέσα από τα χαλάσματα ακουστεί μια ανθρώπινη φωνή.
Και κάπου εκεί βρισκόταν και ο συνάδελφος που περίμενε να μάθει αν η γυναίκα του ζούσε.
Είναι εικόνες που όσες δεκαετίες κι αν περάσουν δεν σβήνουν.
Και όταν τελείωσε το δελτίο, έγινα κι εγώ απλώς ένας πατέρας και οικογενειάρχης
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που θυμάμαι πολύ καθαρά από εκείνη την ημέρα.
Όση ώρα ήμουν στον αέρα, λειτουργούσα ως δημοσιογράφος. Υπήρχε μια δουλειά που έπρεπε να γίνει και μια τεράστια είδηση που έπρεπε να μεταδοθεί.
Όταν όμως τελείωσε το δελτίο και βγήκα από το στούντιο, επέστρεψα αυτομάτως στην πραγματική ζωή.
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τηλεφωνήσω στην οικογένειά μου.
Ήθελα να ακούσω ότι όλοι ήταν καλά.
Και όταν βεβαιώθηκα γι’ αυτό, έκανα και κάτι πολύ πιο πεζό, αλλά απολύτως ανθρώπινο.
Κατέβηκα στο υπόγειο γκαράζ του ΑΝΤ1, πήρα το αυτοκίνητό μου και το έβγαλα έξω.
Σκεφτόμουν ότι, αν ερχόταν μεγαλύτερος μετασεισμός και πάθαινε κάτι το κτίριο, τουλάχιστον να γλιτώσω και το αυτοκίνητο!
Μπορεί σήμερα να ακούγεται σχεδόν κωμικό μέσα σε μια τόσο δραματική ιστορία. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ήταν μία από αυτές τις μικρές, παράλογες ίσως αντιδράσεις που έχει ο άνθρωπος όταν προσπαθεί να ξαναβρεί κάποια αίσθηση κανονικότητας.
143 άνθρωποι δεν γύρισαν ποτέ σπίτι
Εκεί βρίσκεται τελικά η ουσία αυτής της επετείου.
Εμείς βγήκαμε από το στούντιο. Βρήκαμε τις οικογένειές μας. Επιστρέψαμε στα σπίτια μας. Την επόμενη ημέρα συνεχίσαμε τη δουλειά μας.
Εκατόν σαράντα τρεις άνθρωποι, όμως, δεν γύρισαν ποτέ σπίτι τους.
Ο σεισμός της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 παραμένει μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που έζησε η σύγχρονη Αθήνα. Και για όσους βρεθήκαμε τότε στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης, δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο αρχείο.
Για μένα θα είναι πάντα κι εκείνη η απίστευτη φωνή μέσα στο ακουστικό:
«Παρακαλώ, η κάμερα να μην κουνιέται! Μου κουνάτε τον παρουσιαστή!»
Μόνο που εκείνη τη φορά δεν κουνιόταν η κάμερα. Κουνιόταν ολόκληρη η Αθήνα.