Μια απόφαση με ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική σημασία βάζει νέα όρια στο πεδίο του μεταναστευτικού: η δωρεάν νομική καθοδήγηση των αιτούντων άσυλο δεν θα περνά πλέον μέσα από θολές διαδρομές ΜΚΟ, αλλά από πιστοποιημένους δικηγόρους, ενταγμένους σε ειδικό μητρώο.
Πολύ σημαντική απόφαση, όχι μόνο διοικητικά αλλά και πολιτικά. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Νίκου Παπαθανάση, Γιώργου Φλωρίδη και Θάνου Πλεύρη, η δωρεάν νομική καθοδήγηση των αιτούντων άσυλο στο πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ανατίθεται πλέον σε δικηγόρους που θα είναι εγγεγραμμένοι στο «Μητρώο Δικηγόρων Νομικής Καθοδήγησης», το οποίο τηρείται στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και εποπτεύεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων.
Η αλλαγή αυτή έρχεται να βάλει τάξη σε έναν χώρο όπου για χρόνια υπήρχε έντονη συζήτηση για τον ρόλο δεκάδων ΜΚΟ, για τα όρια της παρέμβασής τους και, βεβαίως, για τα μεγάλα ποσά που διακινήθηκαν γύρω από το μεταναστευτικό. Δεν είναι μικρό θέμα. Μόνο από τα ευρωπαϊκά προγράμματα για το άσυλο και τη μετανάστευση, η Ελλάδα έχει σημαντικές χρηματοδοτήσεις, ενώ στο παρελθόν είχαν δημοσιοποιηθεί στοιχεία για χρηματοδοτήσεις ΜΚΟ που έφθαναν τα 175 εκατ. ευρώ. (Migration and Home Affairs) (HuffPost Greece)
Η ουσία της απόφασης είναι απλή: άλλο η ανθρωπιστική δράση, άλλο η νομική καθοδήγηση. Η δεύτερη απαιτεί θεσμική ευθύνη, επαγγελματική επάρκεια, δικηγορικό απόρρητο, κανόνες και έλεγχο. Οι δικηγόροι θα ενημερώνουν τους αιτούντες άσυλο για τη διαδικασία, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τις πιθανότητες που έχουν ανάλογα με το προσφυγικό τους προφίλ, καθώς και για τις συνέπειες της παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η καθοδήγηση δεν θα είναι πλήρης νομική εκπροσώπηση. Δεν θα περιλαμβάνει σύνταξη υπομνημάτων, προετοιμασία συνέντευξης ή υπόδειξη συγκεκριμένων κινήσεων για την ατομική υπόθεση. Θα είναι ενημέρωση για το πλαίσιο, ώστε ο αιτών να γνωρίζει από την αρχή τι σημαίνει να συνεχίσει μια διαδικασία χωρίς σοβαρό προσφυγικό υπόβαθρο και ποια είναι η εναλλακτική της οργανωμένης επιστροφής.
Η βασική αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στα 160 ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά συνεδρία, ατομική ή ομαδική. Προβλέπεται, όμως, και πρόσθετη αμοιβή 250 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όταν αιτούντες χωρίς ισχυρό προσφυγικό προφίλ επιλέγουν μέσα σε δύο μήνες την εθελούσια ή οικειοθελή αναχώρηση και η επιστροφή τους ολοκληρώνεται πραγματικά. Δηλαδή το ποσό δεν δίνεται για μια απλή δήλωση πρόθεσης, αλλά για πραγματική επιστροφή.
Σημαντικό είναι και το ασυμβίβαστο: δικηγόρος που θα παρέχει νομική καθοδήγηση δεν θα μπορεί στη συνέχεια να αναλάβει ιδιωτικά τον ίδιο αιτούντα στη διοικητική ή δικαστική διαδικασία. Αυτή η πρόβλεψη αποτρέπει τη μετατροπή μιας κρατικά χρηματοδοτούμενης ενημέρωσης σε μηχανισμό προσέλκυσης ιδιωτικής πελατείας.
Σε μια χώρα που έχει σηκώσει μεγάλο βάρος στο μεταναστευτικό, ειδικά στα νησιά και στα σύνορα, το μήνυμα είναι σαφές: όποιος δικαιούται διεθνή προστασία, πρέπει να την έχει. Όποιος δεν τη δικαιούται, δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον σε ένα καθεστώς εκκρεμότητας. Και σε κάθε περίπτωση, η νομική ενημέρωση δεν μπορεί να είναι πεδίο ανεξέλεγκτης δράσης, αλλά υπόθεση θεσμών, δικηγόρων και λογοδοσίας.
Η απόφαση αυτή, εφόσον εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα εξυγίανσης: λιγότερη αδιαφάνεια, λιγότερα περιθώρια εκμετάλλευσης, περισσότερος θεσμικός έλεγχος. Γιατί το μεταναστευτικό δεν είναι ούτε μπίζνα ούτε πεδίο πολιτικής υποκρισίας. Είναι ζήτημα κράτους, δικαίου, συνόρων και ανθρωπιάς, με κανόνες για όλους.