Ο Θανάσης Βέγγος δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος κωμικός. Ήταν ένας τρόπος να βλέπεις την Ελλάδα: λαχανιασμένη, τίμια, πονεμένη, αστεία, φιλότιμη, πάντα όρθια. Ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε τον «καλό μας άνθρωπο». Ήταν.
Ο Θανάσης Βέγγος πέθανε στις 3 Μαΐου 2011. Είχε γεννηθεί στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου 1927, και η ζωή του, πριν γίνει σινεμά, είχε ήδη περάσει από τις σκληρότερες σελίδες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η φτώχεια, η ανάγκη για μεροκάματο, η Μακρόνησος, η γνωριμία του με τον Νίκο Κούνδουρο, όλα αυτά δεν ήταν απλώς βιογραφικά στοιχεία. Ήταν η ύλη από την οποία φτιάχτηκε ο Βέγγος. Ο άνθρωπος που αργότερα θα έκανε την Ελλάδα να γελά, είχε γνωρίσει από νωρίς τι σημαίνει να αντέχεις.
Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήρθε το 1954, στη «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου. Από εκεί άρχισε μια πορεία που δεν έμοιαζε με καριέρα, αλλά με λαϊκό φαινόμενο. Ο Βέγγος δεν μπήκε στο σινεμά σαν σταρ. Μπήκε σχεδόν αθόρυβα, με μικρούς ρόλους, με εκείνο το πρόσωπο που έμοιαζε να κουβαλά όλη την αγωνία του απλού ανθρώπου. Και σιγά σιγά έγινε αναγνωρίσιμος πριν καν προλάβει να γίνει διάσημος.
Στον «Δράκο», στο «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», στον «Παπατρέχα», στον «Πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη», στον «Θου Βου φαλακρό πράκτορα», στο «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;», στο «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου», ο Βέγγος δεν έπαιζε απλώς ρόλους. Έφτιαχνε έναν τύπο Έλληνα που όλοι αναγνωρίζαμε. Τον άνθρωπο που τρέχει, που σκοντάφτει, που ιδρώνει, που φοβάται, που αγαπά, που ντρέπεται, που επιμένει. Τον άνθρωπο που δεν έχει εξουσία, δεν έχει πλάτες, δεν έχει «μέσον». Έχει όμως ψυχή.
Το τρέξιμό του δεν ήταν γκαγκ. Ήταν κοινωνικό σχόλιο. Ο Βέγγος έτρεχε γιατί ο μικρός άνθρωπος στην Ελλάδα πάντα τρέχει. Για να προλάβει τη δουλειά, το λεωφορείο, την εφορία, τον πόλεμο, την πείνα, την οικογένεια, την αδικία. Έτρεχε με εκείνη τη μοναδική, σχεδόν παιδική απελπισία που έκανε το γέλιο να βγαίνει μαζί με συγκίνηση. Γι’ αυτό και το κοινό δεν τον αγάπησε απλώς. Τον υιοθέτησε.
Ήταν ο «καλός μας άνθρωπος» όχι επειδή έτσι τον βάφτισε ο τίτλος μιας ταινίας, αλλά επειδή αυτό εξέπεμπε. Καλοσύνη χωρίς πόζα. Ευγένεια χωρίς στόμφο. Σεμνότητα χωρίς υπολογισμό. Ο Βέγγος δεν είχε την κλασική λάμψη του πρωταγωνιστή. Είχε κάτι πολύ πιο δύσκολο: αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια τον έκανε να περάσει από την κωμωδία στο δράμα χωρίς να αλλάξει πρόσωπο. Στο «Όλα είναι δρόμος», στις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», ο Βέγγος έδειξε ξανά ότι πίσω από τον κωμικό υπήρχε ένας βαθύς ηθοποιός. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να σωπάσει και να γεμίσει την οθόνη.
Υπήρξε και δημιουργός. Ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής, τη ΘΒ Ταινίες Γέλιου, σκηνοθέτησε, ρίσκαρε, δούλεψε με εξαντλητικούς ρυθμούς. Πίσω από το γέλιο υπήρχαν ατέλειωτες ώρες δουλειάς, κόπος, οικονομικά βάρη, αγωνίες. Ο Βέγγος πλήρωσε ακριβά πολλές φορές την αγάπη του για το σινεμά. Αλλά δεν έπαψε ποτέ να δίνει.
Τα τελευταία πολλά χρόνια της ζωής του είχε σχεδόν αποσυρθεί από τις συνεντεύξεις. Δεν ήθελε να μιλά με δημοσιογράφους. Κρατούσε αποστάσεις. Όχι από υπεροψία. Από πίκρα. Είχε θυμώσει βαθιά όταν, όπως μου είχε πει και όπως ο ίδιος κουβαλούσε μέσα του, κάποιος δημοσιογράφος είχε προσβάλει τη γυναίκα του. Για έναν άνθρωπο σαν τον Βέγγο, που η οικογένεια και η αξιοπρέπεια ήταν ιερά πράγματα, αυτό δεν ήταν απλώς ένα περιστατικό. Ήταν πληγή.
Και όμως, έγινε μια εξαίρεση.
Ήταν η εποχή που γυριζόταν για την ΕΤ3 «Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας», ένα δραματοποιημένο ηθογραφικό ντοκιμαντέρ σε σενάριο της Κάκιας Ιγερινού και σκηνοθεσία της Ρέινας Εσκενάζυ, με τον Θανάση Βέγγο, την Κάτια Δανδουλάκη και την ίδια την Κάκια Ιγερινού να συμμετέχουν στην παρουσίαση αυτού του ταξιδιού στη μνήμη της πόλης. Το πρόγραμμα είχε ως σκηνικό και ψυχή τη Θεσσαλονίκη, τις γειτονιές της, τη νοσταλγία της, την αύρα της.
Η Κάκια ήταν εκείνη που τον έπεισε. Εκείνη, με τον τρόπο της, με την εμπιστοσύνη που της είχε, κατάφερε να τον φέρει στην εκπομπή μου, το «Απόψε με τον Τέρενς Κουίκ», στην ΕΡΤ3. Παράγωγος οικογενειακή μου φίλη Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα. Ήταν μια από τις σπάνιες, αν όχι η σπανιότερη, τηλεοπτικές στιγμές του Θανάση Βέγγου εκείνων των χρόνων. Στο στούντιο ήταν μαζί του η Κάκια Ιγερινού και ο Γιώργος Σταυρόπουλος, ενώ η αφορμή ήταν ακριβώς «Η Θεσσαλονίκη της Νοσταλγίας μας».
Με τον Θανάση γνωριζόμασταν πολλά χρόνια. Και στη συνέντευξη εκείνη θυμήθηκε και κάτι που εμένα με συγκίνησε ιδιαίτερα: ότι ως δημοσιογράφος είχα βρεθεί κάποτε σε γύρισμα ταινίας του και σε ένα διάλειμμα, κάπου τον είχα βοηθήσει. Τέτοιες λεπτομέρειες δείχνουν τον άνθρωπο. Ο Βέγγος θυμόταν. Δεν προσπερνούσε. Δεν έβαζε τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Κρατούσε τις χειρονομίες, ακόμη και τις μικρές.
Εκείνη η συνέντευξη δεν ήταν μια τυπική τηλεοπτική εμφάνιση. Ήταν ένα άνοιγμα καρδιάς από έναν άνθρωπο που είχε επιλέξει τη σιωπή. Και γι’ αυτό έχει άλλη αξία. Γιατί ο Βέγγος δεν μιλούσε για να προβληθεί. Μιλούσε μόνο όταν εμπιστευόταν. Και τότε, χάρη στην Κάκια, εμπιστεύτηκε.
Ο Θανάσης Βέγγος ανήκει σε εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν τελειώνουν με τον θάνατό τους. Γιατί δεν ήταν μόδα. Δεν ήταν τηλεοπτική περίοδος. Δεν ήταν «τύπος» μιας δεκαετίας. Ήταν κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Όταν βλέπουμε τον Βέγγο, βλέπουμε τους γονείς μας, τις γειτονιές μας, τα παιδικά μας χρόνια, τη φτώχεια που ντρεπόταν αλλά δεν λύγιζε, την Ελλάδα που γελούσε για να μην κλάψει.
Και κάθε φορά που ακούγεται εκείνο το «Καλέ μου άνθρωπε» ή το «ξέρεις από βέσπα», δεν είναι απλώς ατάκα. Είναι αναγνώριση. Είναι σαν να του το λέμε εμείς.
Καλέ μας άνθρωπε, Θανάση Βέγγο.
Και δυο λόγια για την Κάκια Ιγερινού
Στο τέλος αυτού του αφιερώματος δεν γίνεται να μη σταθώ στην Κάκια Ιγερινού. Γιατί η Κάκια δεν ήταν απλώς η σεναριογράφος της «Θεσσαλονίκης της νοσταλγίας μας». Ήταν ένας άνθρωπος σπάνιας ποιότητας στον καλλιτεχνικό χώρο. Από εκείνες τις παρουσίες που δεν κάνουν θόρυβο για να υπάρξουν. Υπάρχουν επειδή έχουν ήθος, ευαισθησία, γνώση και μια βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζονται.
Η Κάκια είχε το χάρισμα να πλησιάζει τους ανθρώπους χωρίς να τους πιέζει. Να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους όχι με τεχνάσματα, αλλά με καθαρότητα. Και στην περίπτωση του Θανάση Βέγγου, αυτό φάνηκε με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Εκείνη κατάφερε να τον πείσει να βγει από τη σιωπή του. Εκείνη στάθηκε η γέφυρα για να γίνει εκείνη η μοναδική τηλεοπτική συνάντηση στην ΕΡΤ3.
Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό συνέβη μέσα από ένα έργο αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη. Μια πόλη της μνήμης, της νοσταλγίας, των αφηγήσεων, των παλιών ανθρώπων και των παλιών δρόμων. Η «Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας» ταίριαζε στον Βέγγο, γιατί και ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος της μνήμης. Και ταίριαζε στην Κάκια, γιατί ήξερε να γράφει όχι μόνο με λέξεις, αλλά με ψυχή.