Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών μεταφέρεται πλέον η «μάχη» για την υπόθεση των υποκλοπών, καθώς στις 7 Απριλίου 2027 θα εκδικαστεί η πρώτη αστική αγωγή που κατέθεσαν οκτώ πρόσωπα τα οποία φέρονται να είχαν στοχοποιηθεί με το κακόβουλο λογισμικό Predator.
Οι ενάγοντες στρέφονται κατά της Intellexa, των τεσσάρων επιχειρηματιών που έχουν καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση, αλλά και ακόμη 13 φυσικών προσώπων που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, συμμετείχαν στη λειτουργία του δικτύου του Predator.
Συνολικά διεκδικούν αποζημιώσεις ύψους 7,6 εκατ. ευρώ, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι επίκειται η κατάθεση και νέων αγωγών από ακόμη περισσότερα πρόσωπα που υποστηρίζουν ότι παρακολουθήθηκαν.
Στους οκτώ προσφεύγοντες περιλαμβάνονται πρόσωπα που δεν είχαν παραστεί ως υποστήριξη της κατηγορίας στην ποινική δίκη, αλλά είχαν εξεταστεί ως μάρτυρες.
Μεταξύ αυτών είναι η πρώην διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. Πηνελόπη Μηνιάτη, η Αντωνία Πρίμπα, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ Αγγελική Ρούσου και Ζωή Μαρία Σάκκαλη, ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής, οι δημοσιογράφοι Θανάσης Κουκάκης και Σπύρος Σιδέρης, καθώς και η πολιτική επιστήμονας Άρτεμις Σίφορντ. Μάλιστα, μέσα από το περιεχόμενο της αγωγής γίνεται γνωστό για πρώτη φορά ότι και ο Σπύρος Σιδέρης συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που είχαν παγιδευτεί με το Predator.
Στο πολυσέλιδο δικόγραφο περιγράφεται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε και λειτούργησε το σύστημα των παρακολουθήσεων, αλλά και η μέθοδος με την οποία μολύνθηκαν τα κινητά τηλέφωνα των θυμάτων. Όπως αναφέρεται, σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν παραπλανητικά SMS που έμοιαζαν με εκείνα που αποστέλλονταν την περίοδο της πανδημίας για τον προγραμματισμό εμβολιασμού κατά της Covid-19.
Ξεχωριστή θέση στην αγωγή κατέχουν οι ισχυρισμοί της Πηνελόπης Μηνιάτη, καθώς συνδέουν την υπόθεση με πληροφορίες που, όπως υποστηρίζει, άπτονται της εθνικής ασφάλειας. Η πρώην ανώτατη αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι μέσω των «μολυσμένων» μηνυμάτων οι υπεύθυνοι απέκτησαν πρόσβαση όχι μόνο στα προσωπικά της δεδομένα, αλλά και σε συνομιλίες που είχε με εισαγγελικούς λειτουργούς, την ηγεσία της Αστυνομίας, εκπροσώπους πρεσβειών, διεθνών οργανισμών και άλλους υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι πληροφορίες αυτές αφορούσαν υποθέσεις ανθρωποκτονιών, οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και υποθέσεις κατασκοπίας και τρομοκρατίας που χειριζόταν ως διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Ειδική αναφορά κάνει σε έρευνες για υποθέσεις κατασκοπίας σε Ρόδο και Σάμο, καθώς και σε φακέλους που σχετίζονταν με τη δράση της ISIS, υποστηρίζοντας ότι η έκταση των πληροφοριών στις οποίες αποκτήθηκε πρόσβαση υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αγωγή του δημοσιογράφου Σπύρου Σιδέρη, ο οποίος υποστηρίζει ότι λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας και των επαφών του με κορυφαίους πολιτικούς και διπλωματικούς παράγοντες της ευρύτερης περιοχής, το υλικό που θα μπορούσε να έχει υποκλαπεί αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ο δικηγόρος των εναγόντων, Ζαχαρίας Κεσσές, δήλωσε ότι οι αγωγές βασίζονται τόσο στην πρόσφατη καταδικαστική απόφαση όσο και σε εκτενές αποδεικτικό υλικό από ελληνικές και διεθνείς έρευνες. Όπως ανέφερε, κατά την εκδίκαση αναμένεται να προσκομιστούν νέα στοιχεία, τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν στη διαβίβαση της υπόθεσης στην ποινική Δικαιοσύνη για τη διερεύνηση κακουργηματικών πράξεων.
(Πηγή: dikastiko.gr)