Τα τελευταία χρόνια, σχεδόν κάθε νέα τάση στην αντιγηραντική περιποίηση φέρνει στο προσκήνιο και ένα διαφορετικό «πρωταγωνιστή». Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρίσκονται οι growth factors ή αυξητικοί παράγοντες. Πρόκειται για πρωτεΐνες που λειτουργούν ως «μηνύματα» μεταξύ των κυττάρων, δίνοντάς τους σήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξη, την ανάπλαση των ιστών και την παραγωγή κολλαγόνου.
Η παρουσία τους σε serum και κρέμες έχει αυξηθεί αισθητά, συνοδευόμενη συχνά από υποσχέσεις για πιο λεία όψη, λιγότερες λεπτές γραμμές και πιο σφριγηλό δέρμα.
Το ενδιαφέρον για τους αυξητικούς παράγοντες έχει φτάσει και στις beauty routines του Χόλιγουντ.
Η ηθοποιός Λίλι Ράιχαρτ έχει αναφέρει δημόσια ένα serum με growth factors ανάμεσα στα αγαπημένα προϊόντα περιποίησής της.
Η facialist Jasmina Vico, η οποία φρόντιζε το δέρμα της Μάργκο Ρόμπι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Barbie», είχε πει ότι χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή περιποίηση της πρωταγωνίστριας φόρμουλες με growth factors, μαζί με αντιοξειδωτικά και βιταμίνη C.
Η Τζένιφερ Λόπεζ σε συνέντευξή της στο People το 2026 δήλωσε ότι εντάσσει στην πρωινή της ρουτίνα serum της δικής της σειράς (της δικής της εταιρείας, με άλλα λόγια) που περιέχει βιοτεχνολογικά παραγόμενους αυξητικούς παράγοντες, μαζί με πεπτίδια και αμινοξέα. Βεβαίως, είναι ευνόητο ότι η προτίμηση μιας σταρ -όσο αψεγάδιαστο κι αν δείχνει το πρόσωπο της- δεν αποτελεί απόδειξη αποτελεσματικότητας.
Συνεπώς, το ερώτημα είναι, μπορούν πράγματι να αποτελέσουν μια εναλλακτική λύση στο Botox;
Η σύντομη απάντηση είναι όχι -τουλάχιστον όχι με την έννοια της αντικατάστασής του.
Η βοτουλινική τοξίνη δρα με εντελώς διαφορετικό μηχανισμό: περιορίζει προσωρινά τη μετάδοση του νευρικού σήματος προς συγκεκριμένους μύες και έτσι μειώνει τις λεγόμενες δυναμικές ρυτίδες (εκείνες που δημιουργούνται ή γίνονται εντονότερες όταν συνοφρυωνόμαστε, χαμογελάμε ή σηκώνουμε τα φρύδια). Οι growth factors, αντίθετα, χρησιμοποιούνται στην περιποίηση με στόχο να υποστηρίξουν διαδικασίες ανανέωσης του δέρματος.
Υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ότι μπορούν να βελτιώσουν σταδιακά ορισμένα χαρακτηριστικά της ώριμης ή φωτογηρασμένης επιδερμίδας. Αυτό που δεν διαθέτουμε ακόμη είναι επαρκής τεκμηρίωση για να τα αντιμετωπίσουμε ως «Botox σε μπουκαλάκι».
Η επιστημονική εικόνα είναι ενδιαφέρουσα, αλλά όχι τόσο θεαματική όσο υποδηλώνει το marketing. Ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Journal of Cosmetic Dermatology εξέτασε 33 μελέτες με συνολικά 1.180 συμμετέχοντες.
Η χρήση αυξητικών παραγόντων σε ορούς και κρέμες περιποίησης συνδέθηκε με μέτρια βελτίωση της υφής του δέρματος, των λεπτών γραμμών και της συνολικής όψης του προσώπου.
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι μελέτες παρουσίαζαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, μόνο εννέα περιλάμβαναν ομάδα ελέγχου και δεν γνωρίζουμε ακόμη κατά πόσο τα αποτελέσματα διατηρούνται μακροπρόθεσμα.
Υπάρχει και ένα πρακτικό εμπόδιο. Οι αυξητικοί παράγοντες είναι σχετικά μεγάλα πρωτεϊνικά μόρια και ο επιδερμικός φραγμός (η εξωτερική προστατευτική στιβάδα του δέρματος που εμποδίζει ουσίες να εισχωρήσουν εύκολα) δεν τους επιτρέπει πάντοτε να φτάσουν εκεί όπου θεωρητικά θα μπορούσαν να δράσουν. Γι’ αυτό η αποτελεσματικότητα εξαρτάται σημαντικά από τη σύνθεση του εκάστοτε προϊόντος.
Οι growth factors συνεπώς, δεν είναι απλά ένα καινούργιο όνομα χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο. Υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ότι μπορούν να βελτιώσουν σταδιακά ορισμένα χαρακτηριστικά της ώριμης ή φωτογηρασμένης επιδερμίδας. Αυτό που δεν διαθέτουμε ακόμη είναι επαρκής τεκμηρίωση για να τα αντιμετωπίσουμε ως «Botox σε μπουκαλάκι».
Ίσως τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της τάσης να είναι όχι η αναζήτηση ενός ακόμη θαυματουργού αντιγηραντικού συστατικού, αλλά η στροφή της περιποίησης προς τεχνολογίες που επιχειρούν να συνεργαστούν με τους ίδιους τους μηχανισμούς ανανέωσης του δέρματος.
Με πληροφορίες από Coveteur, National Library of Medicine