Υπάρχουν στιγμές που ακούμε τον εαυτό μας να λέει “δεν πειράζει”.
Ενώ πειράζει.
Συμφωνούμε σε κάτι που δεν θέλουμε, χαμογελάμε για να μη χαλάσουμε το κλίμα, δίνουμε άλλη μια εξήγηση για μια απόφαση που αφορά τη δική μας ζωή. Κι αργότερα, όταν μένουμε μόνοι, αναρωτιόμαστε γιατί το κάναμε πάλι.
Σκεφτόμαστε:
“Σε ποια απ’όσα δείχνω είμαι πραγματικά εγώ και ποια έμαθα να είμαι για να μη δυσαρεστώ;”
Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας διαμορφώνεται μέσα από τις σχέσεις μας. Από τις αντιδράσεις που εισπράττουμε, απ’όσα επιβραβεύονται κι απ΄όσα αντιμετωπίζονται σαν υπερβολή, αχαριστία ή αγνωμοσύνη.
Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι μας συμπαθούν περισσότερο όταν δεν αντιμιλάμε. Ότι μας θεωρούν δυνατούς όταν δεν ζητάμε βοήθεια. Ότι είμαστε καλοί άνθρωποι όταν είμαστε πάντα διαθέσιμοι. Ότι η ηρεμία διατηρείται όταν εμείς ανεχόμαστε όσα μπορούσαν να την διαταράξουν.
Αυτό δεν γίνεται γιατί δεν έχουμε προσωπικότητα. Το κάνουμε επειδή όλοι θέλουμε να ανήκουμε. Θέλουμε να μας αγαπούν, να μας υπολογίζουν, να ξερουμε ότι έχουμε θέση στη ζωή των άλλων.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η θέση εξαρτάται από το πόσο καλά εξυπηρετούμε τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τις συνήθειές τους.
Όταν είσαι αγαπητή, όσο δεν διεκδικείς.
Όταν όλοι θαυμάζουν το πόσα αντέχεις, αλλά κανείς δεν αναρωτιέται γιατί πρέπει να τα αντέχεις όλα εσύ.
Όταν η κατανόησή σου θεωρείται αυτονόητη, ενώ ή πρώτη αντίρρηση αντιμετωπίζεται σαν αλλαγή χαρακτήρα.
“Δεν ήσουν έτσι”, μπορεί να ακούσεις.
Κι ίσως να έχουν δίκιο. Δεν ήσουν έτσι, γιατί μέχρι τότε δεν είχες δείξει όσα σε ενοχλούσαν Ή γιατί φοβόσουν ότι, αν τα έδειχνες, κάτι θα διαταρασσόταν. Η σχέση, η συνεργασία, η ηρεμία στο σπίτι ή απλώς η καλή γνώμη που είχαν για εσένα.
Έτσι, αρχίζεις να προσαρμόζεσαι περισσότερο απ’όσο αντέχεις. Δεν απαντάς αμέσως σε ένα αίτημα, αλλά νιώθεις ενοχή. Θέλεις να αρνηθείς μια οικογενειακή υποχρέωση και ψάχνεις μια σοβαρή δικαιολογία, σαν να μην έφτανε το “δεν μπορώ αυτή τη φορά”.
Θέλεις να αλλάξεις εργασία, σχέση ή τρόπο ζωής και, πριν ακόμη σκεφτείς τι χρειάζεσαι εσύ, υπολογίζεις ποιος θα ενοχληθεί.
Στο οικογενειακό τραπέζι, πριν τελειώσουμε τη φράση, έχουμε προσθέσει δύο εξηγήσεις και μια συγνώμη.
Στον εργασιακό χώρο, αναλαμβάνουμε άλλη μια υποχρέωση, παρότι δεν προλαβαίνουμε για να μη θεωρηθούμε αδιάφοροι.
Στη σχέση αποφεύγουμε να πούμε τι μας ενόχλησε, για να μη χαλάσει η βραδιά.
Η βραδιά πράγματι δε χαλάει, αλλά εμείς μένουμε με όσα δεν είπαμε.
Η ανάγκη για αποδοχή δεν εμφανίζεται στην πραγματική της διάσταση. Συχνά την βαφτίζουμε ευγένεια, υπευθυνότητα, κατανόηση ή αγάπη.
Γι’ αυτό αργούμε να αντιληφθούμε πότε έχουμε ξεπεράσει το όριο.
Λέμε “δεν θέλω να τον στεναχωρήσω” ενώ φοβόμαστε ότι θα απομακρυνθεί.
Λέμε “δεν είναι η κατάλληλη στιγμή”, ενώ δεν είμαστε βέβαιοι ότι θα αντέξουμε τη διαφωνία.
Λέμε “δεν έχει σημασία”, ενώ έχει.
Δεν είναι κακό να υπολογίζουμε τους άλλους. Καμία σχέση δεν λειτουργεί χωρίς υποχωρήσεις, φροντίδα και αμοιβαιότητα. Το ζήτημα δεν είναι αν θα κάνουμε ένα βήμα πίσω κάποιες φορές. Είναι αν κάνουμε σχεδόν πάντα πίσω και ύστερα δεν γνωρίζουμε τι θα επιλέγαμε, αν δεν φοβόμασταν την αντίδραση του άλλου.
Τότε αξίζει πραγματικά να αναρωτηθούμε:
“Τι κάνω στον εαυτό μου για να παραμένω αποδεκτή;”
Αυτή είναι μια καίρια ερώτηση. Μπορεί να δούμε ότι ανεχόμαστε συμπεριφορές που μας μειώνουν. Ότι γελάμε με κάτι που μας πρόσβαλε για να μη δημιουργηθεί αμηχανία. Ότι προσφέρουμε πριν μας ζητηθεί, επειδή αισθανόμαστε ασφαλείς μόνο όταν είμαστε χρήσιμοι. Ή ότι δεν μιλάμε καθαρά για τις ανάγκες μας, αλλά θυμώνουμε όταν οι άλλοι δεν τις καταλαβαίνουν μόνοι τους.
Κι όταν αρχίζουμε να αλλάζουμε, δεν νιώθουμε αμέσως ελεύθεροι ή σίγουροι. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο.
Στην αρχή μπορεί να έχουμε ενοχές. “Μήπως έγινα εγωίστρια;” “Μήπως είμαι υπερβολική;” “Μήπως τελικά δεν έπρεπε να μιλήσω;”
Μπορεί να θυμώσουμε με τον εαυτό μας. Γιατί αργήσαμε τόσο να βάλουμε ένα όριο. Γιατί επιτρέψαμε να θεωρηθούν δεδομένα όσα προσφέραμε.
Γιατί είπαμε ναι ενώ θέλαμε να πούμε όχι.
Κι ύστερα εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές στις σχέσεις.
Ο άνθρωπος που ήταν συνηθισμένος να σε βρίσκει πάντα διαθέσιμη μπορεί να γίνει ψυχρός. Εκείνος που επαινούσε την κατανόησή σου μπορεί ξαφνικά να σε αποκαλέσει αδιάφορη. Κάποιος άλλος μπορεί να απομακρυνθεί, να θυμώσει ή να προσπαθήσει να σε επαναφέρει στην προηγούμενη θέση σου.
Αυτό πονά, γιατί ακόμη κι αν ξέρεις ότι η αλλαγή σου είναι αναγκαία, δεν παύεις να επηρεάζεσαι από τη στάση των ανθρώπων που αγαπάς.
Και τελικά ας μιλήσουμε καθαρά. Αν για να σε αγαπούν πρέπει να μη μιλάς, να μη ζητάς, να μη διαφωνείς και να μην δυσκολεύεις, τότε δεν αγαπούν εσένα.
Αγαπούν τη διευκόλυνσή τους.
Κι εκεί σταματά η ωραία λέξη “αποδοχή” και μένει η αλήθεια.
Δεν σε δέχονταν όπως ήσουν.
Σε δέχονταν όσο ήσουν χρήσιμη, απροβλημάτιστη και βολική.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα φύγουν κάποιοι, όταν αλλάξεις.
Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα μένεις εσύ μακριά από τον εαυτό σου, για να μην φύγουν εκείνοι.
Γιατί στο τέλος κάποιος θα εγκαταληφθεί.
Το θέμα είναι να μην είσαι πάλι εσύ.