Η νέα δημοσκόπηση της GPO για τα «Παραπολιτικά» αποτυπώνει μια πολιτική εικόνα με τρεις καθαρές αναγνώσεις. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει σταθερά πρώτη και μάλιστα κερδίζει μία μονάδα στην πρόθεση ψήφου, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα συνεχίζει να ενισχύεται ως δεύτερος πόλος, ενώ το ΠΑΣΟΚ, παρά την υποχώρησή του, παραμένει σε διψήφιο ποσοστό, έστω και οριακό.
Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η πολιτική ανάγνωση δεν πρέπει να γίνει με βάση την εκτίμηση ψήφου, αλλά με βάση την πρόθεση ψήφου, δηλαδή την άμεση απάντηση των πολιτών για το τι θα ψήφιζαν σήμερα. Και σε αυτή την κατηγορία η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 26%, από 25% στην προηγούμενη μέτρηση. Με απλά λόγια, «τσιμπάει» μία μονάδα και δείχνει ότι, παρά τη φθορά της διακυβέρνησης, εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα.
Η ΝΔ πρώτη, αλλά χωρίς εκλογικό περίπατο
Η Νέα Δημοκρατία κρατά την πρώτη θέση με άνεση. Το 26% στην πρόθεση ψήφου δεν είναι ποσοστό εκλογικού θριάμβου, αλλά είναι ποσοστό πολιτικής κυριαρχίας μέσα σε ένα κατακερματισμένο κομματικό σκηνικό. Το κυβερνών κόμμα εμφανίζεται να ανακτά μικρό μέρος των απωλειών του.
Η άνοδος κατά μία μονάδα έχει τη σημασία της, γιατί έρχεται σε μια περίοδο πολιτικής πίεσης, κοινωνικής δυσαρέσκειας και αναδιάταξης στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η ΝΔ δεν απογειώνεται, αλλά ούτε και καταρρέει. Παραμένει ο βασικός παίκτης του πολιτικού συστήματος.
Ο Τσίπρας ανεβαίνει και εδραιώνεται δεύτερος
Το δεύτερο μεγάλο εύρημα είναι η ενίσχυση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα. Στην πρόθεση ψήφου ανεβαίνει στο 14,5%, από 13,2%, δηλαδή κερδίζει 1,3 μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι ο νέος πολιτικός σχηματισμός του πρώην πρωθυπουργού όχι μόνο διατηρεί τη δεύτερη θέση, αλλά αρχίζει να παγιώνεται ως ο ισχυρότερος αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, διότι ο Τσίπρας εμφανίζεται να απορροφά μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας από τον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει καθηλωμένος στο 1,1%. Στην πράξη, η νέα εικόνα δείχνει ότι το παλιό κόμμα του Τσίπρα έχει σχεδόν εξαϋλωθεί δημοσκοπικά, ενώ ο ίδιος, με νέο όχημα, επανέρχεται ως κεντρικός παράγοντας του πολιτικού παιχνιδιού.
Το ΠΑΣΟΚ μένει διψήφιο, αλλά πιέζεται
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο 10,2% στην πρόθεση ψήφου, από 10,8%. Η πτώση δεν είναι δραματική, αλλά είναι πολιτικά ενοχλητική για τη Χαριλάου Τρικούπη, γιατί έρχεται σε μια συγκυρία όπου θα περίμενε κανείς ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα εισέπραττε περισσότερα από τη φθορά της κυβέρνησης.
Το θετικό για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι παραμένει διψήφιο. Το αρνητικό είναι ότι δείχνει να χάνει τη μάχη της δυναμικής απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα. Αντί να εμφανίζεται ως ο φυσικός κορμός μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης, βλέπει την ΕΛ.Α.Σ. να βρίσκεται καθαρά μπροστά του και να ενισχύεται.
Η υπόλοιπη εικόνα της πρόθεσης ψήφου
Στην πρόθεση ψήφου, η Ελληνική Λύση καταγράφεται στο 8,2%, από 7,8%, και δείχνει να ανακάμπτει, διεκδικώντας ρόλο τρίτης δύναμης στην ευρύτερη πολιτική κατάταξη. Το ΚΚΕ βρίσκεται στο 8%, από 7,5%, διατηρώντας σταθερή και ανεβασμένη παρουσία.
Η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού υποχωρεί στο 6,9%, από 9,2%, καταγράφοντας αισθητή απώλεια δυνάμεων. Η Πλεύση Ελευθερίας βρίσκεται στο 3,8%, από 4,1%, η Φωνή Λογικής στο 2,3%, το ΜέΡΑ25 στο 2,6%, η Νίκη στο 1%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στο 1,1%. Το «άλλο κόμμα» ανεβαίνει στο 4,1%, ενώ οι αναποφάσιστοι μειώνονται στο 10,4%, από 11,6%.
Κλείνει η ψαλίδα Μητσοτάκη – Τσίπρα
Εξίσου ενδιαφέρον είναι το κεφάλαιο της δημοτικότητας και της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος με 33%, όμως ο Αλέξης Τσίπρας ακολουθεί πλέον με 24,9%. Η διαφορά τους είναι 8,1 μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι η ψαλίδα ανάμεσα στους δύο πρώην και νυν πρωθυπουργούς κλείνει.
Πίσω τους ακολουθούν η Μαρία Καρυστιανού με 15,5% και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 14,9%. Και εδώ καταγράφεται ένα καθαρό πολιτικό μήνυμα: ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρνει να ξεπεράσει ούτε τον Τσίπρα ούτε την Καρυστιανού στο επίπεδο της προσωπικής απήχησης, παρότι το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να έχει κομματική βάση και διψήφιο ποσοστό.
Το μήνυμα της πολιτικής αλλαγής
Ένα ακόμη εύρημα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο είναι ότι το 58,4% των ερωτηθέντων δηλώνει υπέρ μιας πολιτικής αλλαγής, ενώ το 38,9% προτιμά τη διατήρηση της σταθερότητας. Πρόκειται για ένδειξη ότι υπάρχει ισχυρό ρεύμα δυσαρέσκειας ή ανάγκης ανανέωσης. Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα παραμένει ποιος μπορεί να το εκφράσει πολιτικά.