Δεν μπορώ να δεχθώ, ούτε ως Έλληνας ούτε ως Ευρωπαίος πολίτης, τέτοιες άθλιες φράσεις εναντίον της Ελλάδας. Η Ελλάδα ούτε «ξύνεται», ούτε «ξύνει τα νύχια της». Η Ελλάδα υπερασπίζεται τα αυτονόητα: την κυριαρχία της, τα δικαιώματά της, το διεθνές δίκαιο και τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη.
Το πρωτοσέλιδο της τουρκικής εφημερίδας Türkiye, με τη χυδαία φράση «Οι Έλληνες ξύνονται», δεν είναι απλώς μια δημοσιογραφική ασχήμια. Είναι πολιτική πρόκληση. Είναι μια ακόμα προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως χώρα που αναζητά ένταση, ενώ όλοι γνωρίζουν πολύ καλά ποιος επιμένει εδώ και χρόνια να αμφισβητεί, να απειλεί, να χαράζει χάρτες κατά το δοκούν και να εμφανίζει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ως πεδίο δικής του επιβολής.
Η Ελλάδα δεν ζητά τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από όσα της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Δεν εφευρίσκει σύνορα. Δεν κατασκευάζει δικαιώματα. Δεν απειλεί κανέναν. Παραμένει προσηλωμένη στη νομιμότητα, στις διεθνείς συνθήκες, στο δίκαιο της θάλασσας, στην ειρήνη και στη σταθερότητα μιας περιοχής που ήδη έχει αρκετή φωτιά γύρω της.
Απέναντι, όμως, βρίσκεται μια Τουρκία που διαρκώς επιχειρεί να κάνει το δικό της παιχνίδι. Άλλοτε με τον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Άλλοτε με τον υπουργό Εξωτερικών της, ο οποίος, περιέργως, το τελευταίο διάστημα έχει σωπάσει. Και τώρα τελευταία με τον υπουργό Άμυνας, που μοιάζει να θέλει να θυμίσει τον ρόλο του, αλλά τελικά εκτίθεται. Γιατί όταν η πολιτική υποκαθίσταται από φραστικούς λεονταρισμούς, το αποτέλεσμα δεν είναι ισχύς. Είναι γελοιοποίηση.
Δεν παραβλέπω τις επικριτικές φωνές που ακούγονται στην Ελλάδα για την πολιτική των «ήρεμων νερών». Ο Αντώνης Σαμαράς και ο Κώστας Καραμανλής έχουν διατυπώσει τις ενστάσεις τους. Και προφανώς σε μια δημοκρατία κάθε σοβαρή ένσταση πρέπει να ακούγεται. Όμως άλλο η εθνική εγρήγορση και άλλο η διολίσθηση σε ένα παιχνίδι έντασης που η Άγκυρα συχνά στήνει με μεγάλη ευκολία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί μόνη της να σηκώνει διαρκώς το βάρος μιας προκλητικής Τουρκίας, που κρατά ακόμη το casus belli στη φαρέτρα της. Δεν μπορεί κάθε φορά να καλείται η Αθήνα να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας, ενώ η άλλη πλευρά εμφανίζεται ως δήθεν θιγμένη, έχοντας ταυτόχρονα απειλές, αναθεωρητισμό και γκρίζες ζώνες ως μέρος της πολιτικής της εργαλειοθήκης.
Και ας μη γελιόμαστε. Μία σπίθα αρκεί για να γίνει κόλαση μια ολόκληρη περιοχή. Η Μέση Ανατολή φλέγεται. Το Ισραήλ, ο Λίβανος, το Ιράν βρίσκονται μέσα σε μια επικίνδυνη εξίσωση αστάθειας. Λίγο πιο πέρα, η Ουκρανία και η Ρωσία συνεχίζουν έναν πόλεμο που έχει αλλάξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Σε αυτό το περιβάλλον, όποιος παίζει με τις λέξεις, τις απειλές και τα πρωτοσέλιδα μίσους, παίζει με τη φωτιά.
Γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει επιτέλους να παρέμβει πιο καθαρά. Όχι με χλιαρές διατυπώσεις. Όχι με ίσες αποστάσεις. Όχι με εκείνη τη βολική αμηχανία που συχνά χαρακτηρίζει τις Βρυξέλλες όταν η ένταση αφορά το νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης.
Είναι εύκολο για ορισμένους ηγέτες του ευρωπαϊκού Κέντρου και του Βορρά να κάνουν θεωρία περί σταθερότητας. Εκεί δεν τους ενοχλεί κανείς. Δεν έχουν απέναντί τους πολεμικές απειλές. Δεν ζουν με παραβιάσεις, με αναθεωρητικούς χάρτες, με καθημερινή αμφισβήτηση. Το πολύ να τους απασχολούν οι φάλαινες, οι τάρανδοι και οι αγελάδες τους. Εδώ, όμως, μιλάμε για σύνορα της Ευρώπης. Για κυριαρχία ευρωπαϊκού κράτους. Για ειρήνη σε μια περιοχή που δεν αντέχει άλλες περιπέτειες.
Δυστυχώς, η Ευρώπη εμφανίζει συχνά αρχηγούς κρατών μικρού αναστήματος και ακόμη μικρότερου διαμετρήματος. Η Ελλάδα δεν ζητά χάρη. Ζητά το αυτονόητο: ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στην πράξη.
Η απάντηση, λοιπόν, σε τέτοια άθλια πρωτοσέλιδα δεν είναι κραυγή. Είναι καθαρή θέση. Η Ελλάδα δεν «ξύνεται». Στέκεται όρθια. Θυμάται. Διεκδικεί όσα δικαιούται. Και δεν επιτρέπει σε κανέναν να μετατρέπει την υπευθυνότητά της σε αδυναμία.