Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η απόσταση από την αποθέωση μέχρι την αμφισβήτηση αποδεικνύεται πολύ μικρότερη απ’ όσο φαντάζεται κανείς.
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Μια γυναίκα που απέκτησε τεράστια κοινωνική απήχηση μέσα από τον αγώνα για τα Τέμπη, που συγκέντρωσε γύρω της ένα πρωτοφανές κύμα συμπάθειας και εμπιστοσύνης, κινδυνεύει σήμερα να δει το πολιτικό της εγχείρημα να περνά από τη μεγάλη προσδοκία στην περιοχή της απλής κοινοβουλευτικής επιβίωσης.
Και το ερώτημα είναι ένα:Τι πήγε τόσο στραβά μέσα σε τόσο λίγο χρόνο;
Από το 7%-8% στο όριο της πολιτικής επιβίωσης
Τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων για το κόμμα της Καρυστιανού βρισκόταν τον Μάιο περίπου στο 7%-8%. Τον Ιούνιο υποχώρησε στο 5%-6% και στα τέλη Αυγούστου κινήθηκε πλέον μεταξύ 3,6% και 4%.
Προσωπικά εξακολουθώ να πιστεύω ότι, εάν φτάσει αυτόνομα μέχρι τις κάλπες, έχει σοβαρές πιθανότητες να μπει στη Βουλή, έστω με μικρό ποσοστό.
Αλλά πλέον μιλάμε για κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που φαινόταν να γεννιέται πριν από λίγους μήνες.
Η Καρυστιανού ξεκίνησε ως μία σχεδόν λαοπρόβλητη προσωπικότητα και σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο πολιτικής περιθωριοποίησης.
Η πολιτική απειρία και το περιβάλλον της
Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται και η βασική αιτία.
Η Μαρία Καρυστιανού μπήκε στην πολιτική χωρίς πολιτική εμπειρία. Αυτό από μόνο του δεν είναι ούτε αμάρτημα ούτε μειονέκτημα. Θα μπορούσε μάλιστα να αποτελέσει πλεονέκτημα απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα κουρασμένο από το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό.
Όταν όμως είσαι άπειρος πολιτικά, αποκτά τεράστια σημασία ποιους ανθρώπους επιλέγεις να έχεις δίπλα σου.
Και εδώ πιστεύω ότι η Καρυστιανού πρέπει να ψαχτεί πολύ βαθιά.
Να αναρωτηθεί ποιοι άνθρωποι, ποιες συμβουλές και ποιες επιλογές μετέτρεψαν μέσα σε λίγους μήνες ένα πανίσχυρο κοινωνικό κεφάλαιο σε μια πολιτική προσπάθεια που καταναλώνεται σε εσωτερικές συγκρούσεις και αποχωρήσεις.
Οι αποχωρήσεις έχουν φτάσει τις 22, ενώ προηγήθηκαν η παραίτηση του Θανάση Αυγερινού και η αποχώρηση του Βασίλη Κοκοτσάκη, μαζί με άλλα στελέχη της αρχικής οργανωτικής προσπάθειας.
Όταν ένα νέο κόμμα, αντί να συζητείται για τις προτάσεις του, συζητείται για εκείνους που φεύγουν, κάτι προφανώς δεν λειτουργεί σωστά.
Σαμαράς και Κασιδιάρης στον ίδιο παρονομαστή; Αδιανόητο
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίζονται τώρα και σενάρια συνεργασιών.
Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν αφενός σε ενδεχόμενο συνεργασίας με ένα μελλοντικό κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και αφετέρου σε ένα πολύ πιο ακραίο σενάριο που αφορά πολιτικό φορέα υποστηριζόμενο από τον Ηλία Κασιδιάρη. Για το πρώτο μάλιστα επικαλούνται πληροφορίες περί βολιδοσκοπήσεων, χωρίς συγκεκριμένη συμφωνία.
Εδώ, όμως, χρειάζεται στοιχειώδης πολιτική και δημοσιογραφική τάξη.
Θεωρώ εξωφρενικό να τοποθετείται, έστω και μέσα από διαφορετικά σενάρια, ένας πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας και πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας στον ίδιο πολιτικό παρονομαστή με τον Ηλία Κασιδιάρη και το πολιτικό περιβάλλον που προέρχεται από τον χώρο της Χρυσής Αυγής.
Οι διαφορές είναι θεμελιώδεις και ιστορικά αυτονόητες.
Δεν βλέπω Σαμαρά με Καρυστιανού
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Απορώ πώς δημοσιογραφικές πένες που διακινούν το συγκεκριμένο σενάριο, από όποια πηγή κι αν προέρχεται, δεν εξετάζουν πρώτα την πολιτική λογική του.
Δεν μπορώ να φανταστώ τον Αντώνη Σαμαρά να συνεργάζεται, ούτε καν από την απέναντι γωνία, με το σημερινό «σύστημα Καρυστιανού» και το πολιτικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί γύρω της.
Οι πολιτικές αφετηρίες, η διαδρομή, οι αντιλήψεις περί κράτους και εξωτερικής πολιτικής και κυρίως, το είδος του πολιτικού προσωπικού είναι πολύ διαφορετικά.
Άλλο οι διαρροές και τα σενάρια και άλλο η πολιτική πραγματικότητα.
Ούτε την Καρυστιανού τη βλέπω δίπλα στον Κασιδιάρη
Αντίστοιχα, δεν θεωρώ πιθανό ότι η ίδια η Μαρία Καρυστιανού θα επιθυμούσε πολιτική συμπόρευση με τον Ηλία Κασιδιάρη.
Ναι, το πολιτικό της στίγμα έχει κινηθεί σαφώς δεξιότερα από εκείνο που πολλοί της απέδιδαν όταν ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τον αγώνα των Τεμπών.
Ναι, υπάρχουν θέσεις και ακροατήρια που αγγίζουν τον χώρο δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας και σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκονται κοντά σε ψηφοφόρους της Νίκης.
Αλλά από αυτό μέχρι τη συνεργασία με έναν χώρο που συνδέεται πολιτικά με τον Κασιδιάρη υπάρχει τεράστια απόσταση.
Τα μέσα που την ανέδειξαν τώρα αρχίζουν να την αποδομούν
Υπάρχει, τέλος, ένα στοιχείο που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο.
Μέσα ενημέρωσης που κάποτε παρακολουθούσαν σχεδόν κάθε δημόσια παρέμβαση της Καρυστιανού και συνέβαλαν αντικειμενικά στη δημιουργία της τεράστιας δημόσιας εικόνας της, σήμερα αρχίζουν να καταγράφουν την πτώση, τις αποχωρήσεις, τις συγκρούσεις και τα αδιέξοδα.
Δεν λέω ότι υπάρχει κάποια οργανωμένη επιχείρηση εναντίον της.
Λέω κάτι απλούστερο: η περίοδος της δημοσιογραφικής ασυλίας τελείωσε.
Από τη στιγμή που η Μαρία Καρυστιανού αποφάσισε να γίνει αρχηγός πολιτικού κόμματος, έπαψε να κρίνεται αποκλειστικά ως η μητέρα που έχασε το παιδί της στα Τέμπη και αγωνίζεται για δικαιοσύνη. Κρίνεται πλέον ως πολιτικός αρχηγός.
Και εκεί οι κανόνες είναι πολύ σκληρότεροι.
Το φθινόπωρο μπορεί να αποδειχθεί πολύ βαρύ
Η σημερινή παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη είναι ίσως η σημαντικότερη μέχρι σήμερα πολιτική δοκιμασία της.
Πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει πρόγραμμα, στελέχη, πολιτική κατεύθυνση και κυρίως ότι μπορεί να σταθεί πέρα από το τεράστιο ηθικό κεφάλαιο που απέκτησε από την τραγωδία των Τεμπών.
Γιατί η πολιτική δεν συγχωρεί για πολύ τα λάθη.
Η Καρυστιανού έχει ακόμη χρόνο να αναζητήσει τι έφταιξε, ποιοι την οδήγησαν σε επιλογές που αποδείχθηκαν καταστροφικές και πώς μπορεί να ξαναβρεί τον δρόμο της.
Αλλά ο χρόνος λιγοστεύει.
Το φθινόπωρο έρχεται με βροχές. Και αν η κατηφόρα δεν σταματήσει σύντομα, ο πολιτικός χειμώνας που ακολουθεί μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο παγωμένος απ’ όσο φαντάζονται σήμερα η ίδια και το επιτελείο της.