Η Μαρία Καρυστιανού μπήκε στη δημόσια ζωή ως πρόσωπο πένθους, οργής και διεκδίκησης. Τώρα, όμως, καθώς περνά από τον χώρο της κοινωνικής διαμαρτυρίας στον οργανωμένο πολιτικό στίβο, μοιάζει να ακολουθεί βήμα βήμα, τις πιο κλασικές πεπατημένες της πολιτικής επικοινωνίας: προσεγμένη εμφάνιση, περιοδείες, συνοδεία, ισχυρό όχημα, εικόνα αρχηγού. Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική πολιτική δοκιμασία.
Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις ιδέες. Κρίνεται και από την εικόνα. Από το πώς φτάνει κάποιος σε μια περιοδεία, με ποιον τρόπο εμφανίζεται μπροστά στις κάμερες, τι ρούχα επιλέγει, ποιο ύφος εκπέμπει, ποιο μήνυμα στέλνει πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του.
Η Μαρία Καρυστιανού, η γυναίκα που ταυτίστηκε με την τραγωδία των Τεμπών και με την αγωνία για δικαιοσύνη, δείχνει πλέον να γνωρίζει ότι στην πολιτική αρένα τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Ούτε το τζιν. Ούτε το σακάκι. Ούτε οι γόβες. Ούτε το αυτοκίνητο. Ούτε η συνοδεία.
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν μια γυναίκα πολιτικός δικαιούται να ντύνεται όπως θέλει. Προφανώς και δικαιούται. Ούτε αν δικαιούται ασφάλεια, μετακινήσεις, επιτελείο και δημόσια παρουσία. Προφανώς και δικαιούται. Το ερώτημα είναι άλλο: πώς συμβιβάζεται η εικόνα μιας πολιτικού που μιλά στο όνομα του λαού, της απλότητας και της κοινωνικής αγανάκτησης, με τα σύμβολα μιας ολοένα πιο επεξεργασμένης, σχεδόν επαγγελματικής πολιτικής σκηνοθεσίας;
Η Καρυστιανού φαίνεται να προσαρμόζεται γρήγορα. Από την εικόνα της μάνας που ανυποχώρητα και δικαίως, ζητά δικαιοσύνη, περνά σταδιακά και στην εικόνα της αρχηγού που περιοδεύει, οργανώνει, πλασάρεται και χτίζει αναγνωρίσιμο πολιτικό προφίλ. Η μετάβαση αυτή δεν είναι αθώα. Είναι το σημείο όπου το αυθεντικό συναίσθημα συναντά τους κανόνες του πολιτικού marketing.
Οι πρόσφατες,φωρογραφίες για την εμφάνισή της στο «Αττικόν» περιγράφει μια διαφορετική δημόσια εικόνα: πιο νεανικό styling, στενό τζιν, σακάκι, γόβες, προσεγμένα μαλλιά. Μια εικόνα σαφώς πιο κοντά στο πρότυπο της σύγχρονης πολιτικού που θέλει να δείχνει δυναμική, προσβάσιμη αλλά και «φτιαγμένη» για τον φακό.
Την ίδια ώρα, η άφιξη με πολυτελές Mercedes τζιπ προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στη συζήτηση. Διότι στην πολιτική σημειολογία, το όχημα δεν είναι απλώς μέσο μετακίνησης. Είναι μήνυμα. Άλλο πράγμα είναι να φτάνεις σε μια κοινωνική δομή, σε ένα νοσοκομείο, σε μια περιοδεία, με εικόνα χαμηλών τόνων, και άλλο να κατεβαίνεις από ένα βαρύ, ακριβό, επιβλητικό αυτοκίνητο που παραπέμπει περισσότερο σε κατεστημένη πολιτική ισχύ παρά σε αντισυστημική αμεσότητα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η εμφάνισή της προκαλεί σχόλια. Τον περασμένο Ιανουάριο, όταν βρέθηκε στα αγροτικά μπλόκα στη Νίκαια της Λάρισας, είχε γίνει συζήτηση στα social media για ακριβό παλτό που αποδόθηκε σε επώνυμο οίκο. Εκείνος ο θόρυβος φαίνεται πως λειτούργησε ως μάθημα. Η νέα εικόνα είναι πιο προσεκτική. Λιγότερο κραυγαλέα ως πολυτέλεια, περισσότερο μελετημένη ως πολιτικό styling. Με απλά λόγια: η ακριβή εικόνα δεν εξαφανίστηκε. Αναδιαμορφώθηκε.
Αυτό είναι το ενδιαφέρον σημείο. Η Καρυστιανού δεν εμφανίζεται πια τυχαία. Πριν ξεκινήσει για την επαφή με τον κόσμο, μοιάζει να περνά πρώτα από το επικοινωνιακό σύστημα της εμφάνισης. Να εντάσσεται σε μια διαδικασία όπου κάθε λεπτομέρεια, ρούχο, παπούτσι, όχημα, στάση σώματος, συνοδεία, λειτουργεί ως κομμάτι ενός νέου πολιτικού πακέτου.
Αυτό κάνουν οι πολιτικοί εδώ και δεκαετίες. Άλλοι το λένε «επικοινωνία». Άλλοι «εικόνα». Άλλοι «πλασάρισμα». Η ουσία είναι ίδια: ο πολιτικός δεν παρουσιάζεται απλώς. Κατασκευάζεται.
Η ιδιαιτερότητα με την Καρυστιανού είναι ότι η αφετηρία της δεν ήταν κομματική. Δεν ξεκίνησε ως κλασικό πολιτικό πρόσωπο. Ξεκίνησε ως σύμβολο μιας εθνικής πληγής. Ως μητέρα που έχασε το παιδί της στα Τέμπη και ζητά λογοδοσία. Γι’ αυτό και η είσοδός της στις συμβάσεις της πολιτικής εικόνας είναι πιο ευαίσθητη, πιο εκτεθειμένη, πιο εύκολα συγκρίσιμη με το αρχικό της αφήγημα.
Όσο περισσότερο μετακινείται από την αυθεντικότητα της διαμαρτυρίας προς τη σκηνοθεσία της ηγεσίας, τόσο περισσότερο θα κρίνεται όχι μόνο για όσα λέει, αλλά και για όσα συμβολίζει.
Διότι τελικά, η εικόνα δεν λέει πάντα αυτό που θέλει ο πολιτικός. Λέει και αυτό που βλέπει ο πολίτης.