Δημοσιογραφική επιμέλεια Τέρενς Κουίκ

Σε μια ακόμη παρέμβαση στο πεδίο των ΜΜΕ προχωρά η κυβέρνηση, θέτοντας σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου για την αδειοδότηση των παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας.

Advertisement
Advertisement

Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να κλείσει μια θεσμική εκκρεμότητα σχεδόν τριών δεκαετιών, καθώς οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούν μέχρι σήμερα σε καθεστώς «νόμιμης λειτουργίας» και όχι οριστικής αδειοδότησης. Η διαβούλευση θα παραμείνει ανοιχτή έως τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026.

Το βασικό πολιτικό μήνυμα της παρέμβασης είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει και στην περιφερειακή τηλεόραση το μοντέλο «τάξης», διαφάνειας και λογοδοσίας που, όπως υποστηρίζει, έχει ήδη επιδιώξει να εφαρμόσει σε άλλα τμήματα του μιντιακού τοπίου.

Στην επιχειρηματολογία που συνοδεύει το σχέδιο νόμου, γίνεται λόγος για μια αγορά που επί 28 χρόνια λειτουργούσε χωρίς πλήρες και οριστικό αδειοδοτικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα οι σταθμοί να εκπέμπουν και να συμμετέχουν στη διαφημιστική αγορά χωρίς να υπόκεινται πάντοτε σε ένα αυστηρό και σταθερό καθεστώς ελέγχου. Με το νέο νομοσχέδιο, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιχειρείται η μετάβαση από ένα κατά βάση αρρύθμιστο τοπίο σε ένα πιο σαφές και δεσμευτικό σύστημα κανόνων.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ρύθμισης, η οριστική αδειοδότηση παρουσιάζεται όχι μόνο ως διοικητική επιλογή, αλλά και ως θεσμική ανάγκη. Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι η κατοχή οριστικής άδειας θα αναβαθμίσει τη θέση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών στην αγορά, θα ενισχύσει την αξία των ίδιων των επιχειρήσεων και θα δημιουργήσει ένα σαφέστερο πλαίσιο τόσο για το τηλεοπτικό προϊόν όσο και για τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών τους. Σε αυτό το σκεπτικό εντάσσεται και η αναφορά ότι η διαδικασία θα στηριχθεί σε «σύγχρονες, διαφανείς, αντικειμενικές και αμιγώς ποιοτικές» προϋποθέσεις και όχι σε λογική πλειοδοσίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην απομάκρυνση από το μοντέλο της δημοπρασίας. Στο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι καταργούνται οι σχετικές προβλέψεις του νόμου 4339/2015 και ότι η νέα διαδικασία αδειοδότησης δεν θα βασίζεται στο ποιος μπορεί να καταβάλει τα περισσότερα χρήματα, αλλά στο ποιος πληροί συγκεκριμένα ποιοτικά και λειτουργικά κριτήρια. Πρόκειται για μια σαφή πολιτική αιχμή της κυβέρνησης απέναντι στο προηγούμενο μοντέλο, το οποίο περιγράφεται ως αποτυχημένο, με τον Παύλο Μαρινάκη να επιμένει ότι το ζητούμενο είναι να υπάρξει πρόσβαση σε ένα ανοιχτό και όχι κλειστό σύστημα αδειών.

Οι προϋποθέσεις που τίθενται για τη χορήγηση άδειας είναι συγκεκριμένες και συνθέτουν έναν σκληρότερο πυρήνα ελέγχου σε σχέση με το παρελθόν. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς με γνωστοποίηση κάθε μετόχου που κατέχει τουλάχιστον το 1% της επιχείρησης, έλεγχος ποινικού μητρώου, ελάχιστος αριθμός εργαζομένων, ελάχιστες αναγκαίες κτιριακές εγκαταστάσεις και βασικός εξοπλισμός, καθώς και πληρότητα προγράμματος. Με άλλα λόγια, η άδεια δεν θα είναι μόνο αποτέλεσμα μιας τυπικής διαδικασίας, αλλά θα συνδέεται με συγκεκριμένη εικόνα βιωσιμότητας, διαφάνειας και πραγματικής επιχειρησιακής λειτουργίας.

Advertisement

Το νομοσχέδιο δεν περιορίζεται μόνο στην είσοδο στο σύστημα αδειοδότησης, αλλά απλώνεται και στους όρους της καθημερινής λειτουργίας των σταθμών. Οι αδειοδοτημένοι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί θα πρέπει να τηρούν τη φυσιογνωμία με την οποία αδειοδοτήθηκαν, είτε πρόκειται για ενημερωτικό είτε για μη ενημερωτικό πρόγραμμα, να ακολουθούν περιορισμούς στη δικτύωση ώστε να μην αναμεταδίδεται στην πράξη το ίδιο πρόγραμμα από πολλούς σταθμούς με τρόπο που να υποκρύπτει πανελλαδική μετάδοση, και βεβαίως να συμμορφώνονται με το σύνολο της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Η πρόβλεψη αυτή δείχνει ότι το βάρος πέφτει όχι μόνο στην αρχική αδειοδότηση, αλλά και στη συνεχή εποπτεία της πραγματικής λειτουργίας.

Σημαντικό στοιχείο του σχεδίου είναι και η τεχνική του διάσταση. Η κυβέρνηση συνδέει τη νέα ρύθμιση με την εκπομπή προγράμματος αποκλειστικά σε υψηλή ευκρίνεια, δηλαδή σε HD, παρουσιάζοντας την επιλογή αυτή ως στοιχείο αναβάθμισης του τηλεοπτικού προϊόντος και ως μέρος της συνολικής αναδιάρθρωσης της περιφερειακής τηλεόρασης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συνεργασία του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και την ΕΕΤΤ, προκειμένου να καθοριστούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας.

Κομβικός αναδεικνύεται ο ρόλος του ΕΣΡ, το οποίο θα είναι αρμόδιο τόσο για την υλοποίηση της αδειοδοτικής διαδικασίας όσο και για τη μετέπειτα εποπτεία. Η ενίσχυση του εποπτικού του ρόλου εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας του νέου σχήματος, με την κυβέρνηση να θέλει να δείξει ότι η αγορά δεν θα συνεχίσει να λειτουργεί με χαλαρά αντανακλαστικά και αποσπασματικούς ελέγχους. Παράλληλα, όσοι λάβουν οριστική άδεια θα καταβάλλουν ετήσιο κόστος εποπτείας υπέρ του ΕΣΡ, το οποίο περιγράφεται ως συμβολικό και θα υπολογίζεται με βάση τόσο το πραγματικό κόστος της εποπτείας όσο και πληθυσμιακά κριτήρια ανά περιφερειακή ζώνη.

Advertisement

Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς αφορά την εργασία. Στο κείμενο τονίζεται ότι με τις νέες διατάξεις προστατεύονται οι θέσεις εργασίας δημοσιογράφων και λοιπού προσωπικού στα περιφερειακά κανάλια, ενώ παράλληλα δημιουργούνται προϋποθέσεις για νέες θέσεις, ακριβώς επειδή ο νόμος θέτει ελάχιστο αριθμό εργαζομένων. Η στόχευση αυτή συνδέεται και με την προσπάθεια να περιοριστεί η λειτουργία σταθμών χωρίς επαρκή στελέχωση ή με ασαφές εργασιακό αποτύπωμα, στοιχείο που η κυβέρνηση συσχετίζει με τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την υποβάθμιση της αγοράς.

Στην ίδια γραμμή, το σχέδιο νόμου εμφανίζεται και ως μηχανισμός προστασίας των «νόμιμων» επιχειρήσεων του κλάδου από σταθμούς που είτε δεν πληρούν βασικές προϋποθέσεις είτε λειτουργούν με ελλιπή χαρακτηριστικά, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούν συχνότητες. Η αναφορά σε σταθμούς «φαντάσματα» είναι ενδεικτική της πολιτικής επιχειρηματολογίας που συνοδεύει το νομοσχέδιο: ότι δηλαδή η παρέμβαση δεν αποσκοπεί μόνο στην τυπική τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας, αλλά και στην αναμόρφωση των όρων ανταγωνισμού στην περιφερειακή αγορά των ΜΜΕ.

Ο ίδιος ο Παύλος Μαρινάκης εντάσσει τη νομοθετική πρωτοβουλία στο ευρύτερο κυβερνητικό πακέτο παρεμβάσεων για τα ΜΜΕ, σημειώνοντας ότι πρόκειται για το τρίτο σχετικό νομοσχέδιο μέσα σε λίγους μήνες. Όπως αναφέρει, στόχος είναι να στηριχθούν οι υγιείς επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τη νομοθεσία, σέβονται τους εργαζόμενους και επενδύουν στην ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η θέσπιση σαφούς πλαισίου αδειοδότησης θωρακίζει την ελευθερία του Τύπου, ενισχύει τη θέση των περιφερειακών σταθμών στην αγορά και τους επιτρέπει να εκφράζουν ουσιαστικά τις τοπικές κοινωνίες.

Advertisement