Μήνυμα για τα φαινόμενα πολιτικής βίας έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέσω συνέντευξης του στην ιστοσελίδα liberal.gr, εκφράζοντας παράλληλα την ανησυχία του γιατί εκτιμά ότι «υπάρχει ροπή του πολιτικού διαλόγου προς εκφράσεις που «οπλίζουν» τα χέρια αυτών που προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις.»
Όπως είπε ο πρωθυπουργός, «έκαψαν μία γυναίκα, αυτό δεν είναι “παρέμβαση” είναι δολοφονική ενέργεια» και εκτίμησε ότι η τριπλή βομβιστική επίθεση κατά στελεχών της Νέας Δημοκρατίας «συνδέεται, κατά την άποψή μου, σε μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη έχει γίνει μία πολύ συστηματική προσπάθεια να αντιμετωπιστούν φαινόμενα οργανωμένης παραβατικότητας, στον αναρχικό – ακροαριστερό χώρο, τα οποία δυστυχώς ζούσαν και βασίλευαν στην πόλη εδώ και δεκαετίες.»
«Δεν μπορούμε άλλο να παραμένουμε σιωπηλοί και να δικαιολογούμε συμπεριφορές οι οποίες ενδύονται το «φωτοστέφανο» της κοινωνικής, πολιτικής ή ταξικής πάλης. Μιλάμε για κανονικές τρομοκρατικές, εγκληματικές συμπεριφορές. Έτσι πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις διωκτικές αρχές και από τη Δικαιοσύνη. Δεν έχουμε το περιθώριο πια να αντιμετωπίζουμε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους ωσάν να βρίσκονται στο απυρόβλητο», είναι το μήνυμα που στέλνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Άρα, θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι ότι η πλήρης καταδίκη, όχι μόνο στα λόγια, θα πρέπει να αποτελεί ένα βασικό ζητούμενο αν θέλουμε να προστατεύσουμε το κεκτημένο μιας δημοκρατίας, στην οποία οι διαφορές λύνονται με επιχειρήματα και όχι με χρήση βίας», τόνισε στη συνέχεια.
«Εκλογές στο τέλος της θητείας, την άνοιξη του 2027»
Σε ερώτηση σχετικά με τη διενέργεια των εκλογών ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι αυτές «θα γίνουν στο τέλος της θητείας, την άνοιξη του 2027.»
Παράλληλα ανέδειξε το διακύβευμα της εκλογικής αναμέτρησης: «Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, μέχρι το 2030, θα αλλάξουν τα πάντα στον κόσμο. Και το ζητούμενο είναι ποια κυβέρνηση και ποιος Πρωθυπουργός είναι πιο κατάλληλος να διαχειριστεί αυτές τις μεγάλες αβεβαιότητες και να εξασφαλίσει τελικά ότι η Ελλάδα θα είναι στην πλευρά των νικητών.
Πιστεύω ότι έχω την εμπειρία πια, μετά από επτά και πλέον χρόνια, την όρεξη, τη διάθεση και την ενέργεια να κλείσω αυτόν τον κύκλο μέχρι το 2030, υπό την προϋπόθεση, προφανώς, ότι αυτό θα το αναγνωρίσουν και οι Έλληνες πολίτες, γιατί αυτοί είναι ο τελικός κριτής.»
Ο πρωθυπουργός θέτει ως ρεαλιστικό και εφικτό στόχο την αυτοδυναμία και τονίζει ότι επιμένει στην ανάγκη των αυτοδύναμων κυβερνήσεων καθώς υπό τος παρούσες συνθήκες είναι η καλύτερη επιλογή για τη χώρα.
«Διεκδικώ την αυτοδυναμία. Και διεκδικώ την αυτοδυναμία ακριβώς επειδή δεν βλέπω περιθώριο συνεργασίας. Όχι κατ’ ανάγκη γιατί μπορεί να μην το θέλω εγώ, αλλά γιατί μετά βεβαιότητος δεν το θέλουν άλλοι.
Άρα, εάν δεν θέλουμε να εγκλωβιστούμε σε άλλου είδους διλήμματα, σήμερα η αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία είναι μία πρόταση εξουσίας, πολύ συγκεκριμένη και πολύ σαφής. Ποια είναι η άλλη;», διερωτήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει κάποια εναλλακτική πρόταση για τη διακυβέρνηση της χώρας πάρα μόνο η επιθυμία της αντιπολίτευσης να φύγει η Νέα Δημοκρατία.
«Αυτό το οποίο βρίσκω αφόρητα πληκτικό και βαρετό στην αντιπολίτευση είναι η αδιανόητη ιδεολογική ραστώνη», πρόσθεσε ο πρωθυπουργός αναφερόμενος στην έλλειψη σοβαρών προτάσεων από τα άλλα κόμματα.
«Τίποτα καινούργιο έχετε να μας πείτε; Αναμασούν τα ίδια και τα ίδια κλισέ, τα οποία και έχουν αποδομηθεί στην πράξη», εξήγησε το σκεπτικό του ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Ο Αλέξης Τσίπρας περιφρόνησε την εντολή του λαού – Αναπόφευκτη η διαγραφή Σαμαρά»
Ερωτηθείς για τον Αλέξη Τσίπρα που οι δημοσκοπήσεις φέρνουν το κόμμα του στη δεύτερη θέση, ο πρωθυπουργός σημείωσε: «Ο ελληνικός λαός διάλεξε αντίπαλό μου στις εκλογές του 2023 τον κ. Τσίπρα.
Ο κ. Τσίπρας περιφρόνησε αυτή την, ουσιαστικά, εντολή. Παραιτήθηκε. Παρέδωσε το κόμμα του σε κάποιον άλλον, τον οποίο φρόντισε να υπονομεύσει, για να επανέλθει τώρα με ένα καινούργιο κόμμα, πλην όμως με έναν πολιτικό λόγο και με πολιτικά χαρακτηριστικά τα οποία κατά την άποψή μου είναι ίδια και απαράλλαχτα. Και με μια ομάδα ακόμα παντελώς άγνωστη, η οποία όταν εκτίθεται λίγο στη βάσανο και την πίεση των δημοσιογράφων ρέπει από το ένα σφάλμα στο άλλο.
Τους αντιπάλους, τελικά, τους επιλέγει ο ελληνικός λαός. Εγώ δεν διαλέγω αντιπάλους. Εγώ τον έναν αντίπαλο τον οποίο διάλεξα και τον οποίο διαλέγω κάθε μέρα είναι τα πολλά προβλήματα των Ελλήνων πολιτών και της χώρας, τα οποία καλούμαι να αντιμετωπίσω.»
Σε ερώτηση για το αν ήταν λάθος η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, ο πρωθυπουργός απάντησε:
«Θεωρώ ότι η διαγραφή του κ. Σαμαρά κατέστη, δυστυχώς, αναπόφευκτη με αυτά τα οποία είχε πει. Και, δυστυχώς, με αυτά τα οποία εξακολουθεί να λέει δικαιώνεται απόλυτα.»
«Κάτι παραπάνω από άδικη η κατηγορία περί ενδοτισμού»
Σε τοποθέτηση για τις σχέσεις με την Τουρκία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγησε ότι «οφείλουμε να προετοιμαζόμαστε και να ενισχύουμε την αποτρεπτική μας δύναμη με τέτοιο τρόπο ώστε να μην περνά από το μυαλό οποιουδήποτε να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι προβλέπουμε πόλεμο ή ότι εκτιμούμε ότι αυτό είναι κάτι το οποίο θα συμβεί, παρά το γεγονός ότι έχουμε προβεί σε όλες αυτές τις κινήσεις. Δεν θα πάρουμε την άδεια κανενός για να ενισχύσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, όπως και η Τουρκία δεν ρωτάει την Ελλάδα για το τι θα κάνει με τις δικές της Ένοπλες Δυνάμεις -είναι απολύτως προφανές ότι και αυτή έχει δικαίωμα να εξοπλιστεί.
Με τον ίδιο τρόπο επιμένω ότι πρέπει οι δίαυλοι επικοινωνίας να είναι ανοιχτοί. Οι κρίσεις να αντιμετωπίζονται και να εκτονώνονται εν τη γενέσει και όπου μπορούμε να βρίσκουμε ευκαιρίες να κάνουμε τη σχέση μας λειτουργική να τις εκμεταλλευόμαστε»
Όσο για τις κατηγορίες περί ενδοτισμού της κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός κάνοντας αναφορά σε μία σειρά από κυβερνητικές πρωτοβουλίες σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την εξωτερική πολιτική της χώρας, ανέφερε: «Αυτή η κατηγορία περί «ενδοτισμού», πραγματικά, σας το λέω και ανθρώπινα, με ξεπερνά τελείως, τη βρίσκω κάτι παραπάνω από άδικη».
Στη συνέντευξη του ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε μεταξύ άλλων για το έργο της κυβέρνησης, τόνισε την ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία στο οικονομικό πεδίο τη μείωση του δημόσιου χρέους.