Οι χαμηλές πτήσεις, οι εσωτερικές διαφωνίες και η επιστροφή Τσίπρα με την ΕΛΑΣ έφεραν τη διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και άνοιξαν νέο κύκλο ανακατατάξεων στην Κεντροαριστερά. Το σενάριο γνωστό: Υπάρχουν πολιτικά εγχειρήματα που γεννιούνται μέσα από μια μεγάλη ρήξη. Και υπάρχουν άλλα που, χωρίς να το καταλάβουν εγκαίρως, κουβαλούν μέσα τους από την πρώτη μέρα τον σπόρο της επόμενης διάσπασης.
Η Νέα Αριστερά ανήκει, τελικά, και στις δύο κατηγορίες.
Γεννήθηκε ως απάντηση στον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου Κασσελάκη. Ως καταφύγιο για στελέχη που δεν μπορούσαν, ή δεν ήθελαν, να ακολουθήσουν την τότε νέα ηγεσία της Κουμουνδούρου. Ως προσπάθεια να διασωθεί ένα κομμάτι της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς από αυτό που οι ίδιοι περιέγραφαν ως εκφυλισμό, απαξίωση της πολιτικής και απομάκρυνση από τις αρχές του χώρου.
Στην αρχή είχε πρόσωπα με βάρος. Αλέξης Χαρίτσης, Έφη Αχτσιόγλου, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Νάσος Ηλιόπουλος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Θεανώ Φωτίου, Πέτη Πέρκα, Σία Αναγνωστοπούλου, Μερόπη Τζούφη, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ, Οζγκιούρ Φερχάτ. Οι «11» που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και επιχείρησαν να στήσουν μια νέα πολιτική στέγη.
Το όνομα ήταν φιλόδοξο: Νέα Αριστερά.
Μόνο που στην πολιτική το «νέο» δεν αρκεί να δηλώνεται. Πρέπει να αποδεικνύεται. Πρέπει να αποκτά κοινωνική ρίζα, εκλογική δυναμική, λόγο που να ξεπερνά τον στενό κομματικό κύκλο και να ακουμπά ανθρώπους που δεν συμμετέχουν στις εσωτερικές συζητήσεις της Αριστεράς.
Εκεί άρχισε το πρόβλημα.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε στις ευρωεκλογές του 2024. Το 2,45% ήταν ένα αποτέλεσμα που κανείς δεν μπορούσε να βαφτίσει επιτυχία. Ήταν η πρώτη εκλογική καταγραφή, ναι. Ήταν δύσκολες οι συνθήκες, επίσης ναι. Αλλά ήταν και ένα σκληρό μήνυμα: η Νέα Αριστερά δεν είχε πείσει ότι είναι κάτι περισσότερο από το πολιτικό υπόλοιπο μιας διάσπασης.
Από εκεί και πέρα άρχισαν οι μουρμούρες. Στην αρχή χαμηλόφωνα. Μετά πιο καθαρά. Άλλοι έλεγαν ότι το κόμμα πρέπει να επιμείνει στην αυτόνομη ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Άλλοι, με πρώτο τον Αλέξη Χαρίτση, επέμεναν πως χωρίς ευρύτερες προοδευτικές συγκλίσεις, χωρίς ένα μέτωπο απέναντι στη Δεξιά και την ακροδεξιά, το εγχείρημα θα έμενε πολιτικά περιορισμένο.
Αυτή δεν ήταν απλή διαφωνία τακτικής. Ήταν διαφωνία στρατηγικής.
Η μία πλευρά έβλεπε τη Νέα Αριστερά ως κόμμα ιδεολογικής καθαρότητας, που έπρεπε να χτίσει αργά, από τα κάτω, τη δική του αυτόνομη ταυτότητα. Η άλλη πλευρά έβλεπε τον κίνδυνο της πολιτικής περιθωριοποίησης και ζητούσε άνοιγμα, συμμαχίες, κοινό βηματισμό στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Το πρόβλημα ήταν ότι, ενώ η συζήτηση συνεχιζόταν, τα ποσοστά δεν ανέβαιναν. Αντίθετα, η Νέα Αριστερά άρχισε να κινείται σε δημοσκοπικά επίπεδα που απειλούσαν όχι απλώς την κοινοβουλευτική της προοπτική, αλλά ακόμη και τη συστηματική της καταγραφή. Από το 2,45% των ευρωεκλογών, οι μετρήσεις την εμφάνιζαν να υποχωρεί κοντά στο 1% και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη χαμηλότερα.
Και τότε ήρθε η παραίτηση Χαρίτση.
Ήταν το πρώτο μεγάλο καμπανάκι ότι το εσωτερικό ρήγμα δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί πίσω από ενωτικές ανακοινώσεις. Ο Αλέξης Χαρίτσης δεν αποχώρησε απλώς από μια θέση. Στην πραγματικότητα είπε δημόσια ότι οι δύο γραμμές μέσα στη Νέα Αριστερά δεν μπορούσαν να συμβιώσουν άλλο. Ότι η μία ήθελε άνοιγμα και συγκλίσεις και η άλλη επέλεγε την αναδίπλωση. Ότι η Αριστερά δεν μπορεί να εξαντλείται στην εσωστρέφεια όταν απέναντί της υπάρχει το ενδεχόμενο μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας της Νέας Δημοκρατίας.
Η ανάληψη ρόλου από τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, έστω μεταβατικά, σηματοδότησε και την επικράτηση της άλλης κατεύθυνσης. Μιας πιο αυτόνομης, πιο ριζοσπαστικής, πιο κινηματικής γραμμής. Μόνο που για τους πρώην υπουργούς και τα στελέχη που είχαν αναφορά στον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, αυτή η κατεύθυνση δεν αρκούσε.
Και τότε μπήκε στο σκηνικό ο καταλύτης: ο Αλέξης Τσίπρας.
Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, της ΕΛΑΣ, άλλαξε απότομα τα δεδομένα. Όσα κυοφορούνταν επί μήνες επιταχύνθηκαν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα. Η επιστροφή Τσίπρα στο κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού λειτούργησε σαν μαγνήτης για ένα κομμάτι στελεχών που είτε δεν έβλεπαν μέλλον στη Νέα Αριστερά είτε θεωρούσαν ότι μόνο ένα ευρύτερο σχήμα μπορεί να ξαναδώσει κυβερνητική προοπτική στον προοδευτικό χώρο.
Έτσι φτάσαμε στη μεγάλη αποχώρηση.
Επτά βουλευτές ανεξαρτητοποιήθηκαν: Αλέξης Χαρίτσης, Νάσος Ηλιόπουλος, Έφη Αχτσιόγλου, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ, Μερόπη Τζούφη και Θεανώ Φωτίου. Μαζί τους αποχώρησαν και δεκάδες στελέχη. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς έπαψε να υπάρχει, καθώς έμειναν τέσσερις βουλευτές: Ευκλείδης Τσακαλώτος, Θεόδωρος Δρίτσας, Σία Αναγνωστοπούλου και Πέτη Πέρκα.
Η Έφη Αχτσιόγλου έκανε ένα βήμα παραπάνω. Δεν αρκέστηκε στην ανεξαρτητοποίηση. Παραιτήθηκε από τη βουλευτική της έδρα. Και αυτό έχει ξεχωριστή πολιτική σημασία, καθώς συνδέεται με το ηθικό και πολιτικό ζήτημα των εδρών όσων αλλάζουν διαδρομή. Όταν ένας βουλευτής εκλέγεται με ένα κόμμα, αποχωρεί, μετά ιδρύει ή εντάσσεται σε άλλο σχήμα, το ερώτημα της έδρας επανέρχεται πάντα. Η Αχτσιόγλου επέλεξε να το κλείσει με τον πιο καθαρό τρόπο.
Οι υπόλοιποι, προς το παρόν, ακολουθούν άλλη διαδρομή: ανεξάρτητοι βουλευτές, σε αναμονή των επόμενων κινήσεων.
Εδώ αρχίζει το επόμενο κεφάλαιο.
Το ερώτημα δεν είναι πια αν διαλύθηκε η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς. Αυτό έγινε. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί με όσους αποχώρησαν. Θα πάνε όλοι στην ΕΛΑΣ του Τσίπρα; Θα υπάρξει ενδιάμεσο σχήμα; Θα κρατήσουν αποστάσεις για να μη φανεί ότι η αποχώρησή τους ήταν προαποφασισμένη μεταγραφή; Θα επιχειρήσουν να συγκροτήσουν έναν χώρο-γέφυρα ανάμεσα στη Νέα Αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ και το νέο κόμμα Τσίπρα;
Τα σενάρια είναι πολλά. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα δούμε μαζική προσχώρηση από τη μία μέρα στην άλλη. Ο Τσίπρας δεν θέλει να εμφανιστεί ως αρχηγός ενός κόμματος που απλώς μαζεύει αποσπάσματα παλιών σχηματισμών. Θέλει να δείξει ότι φτιάχνει κάτι ευρύτερο, πιο κοινωνικό, πιο πολιτικό, λιγότερο μηχανιστικό. Από την άλλη, οι αποχωρήσαντες δεν μπορούν να μείνουν για πολύ στο πολιτικό κενό. Θα πρέπει να απαντήσουν πού ανήκουν, τι υπηρετούν και ποια προοπτική προτείνουν.
Για τη Νέα Αριστερά που μένει πίσω, το πρόβλημα είναι υπαρξιακό. Χωρίς Κοινοβουλευτική Ομάδα, χωρίς την πλειοψηφία των προβεβλημένων βουλευτών της και με δημοσκοπική εικόνα εξαιρετικά χαμηλή, πρέπει να ξανασυστήσει τον εαυτό της σχεδόν από την αρχή. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, η Πέτη Πέρκα, ο Θεόδωρος Δρίτσας και η Σία Αναγνωστοπούλου καλούνται να υπερασπιστούν την επιλογή της αυτόνομης πορείας, αλλά τώρα χωρίς τα κοινοβουλευτικά εργαλεία που μέχρι χθες τους έδιναν πολιτικό βάρος.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, οι εξελίξεις είναι ακόμη ένα χτύπημα στον κατακερματισμένο χώρο από τον οποίο προήλθε. Για το ΠΑΣΟΚ, είναι μια υπενθύμιση ότι η Κεντροαριστερά ξαναμπαίνει σε φάση μεγάλης ρευστότητας. Και για τον Τσίπρα, είναι η πρώτη πραγματική δοκιμή του νέου του εγχειρήματος: αν θα καταφέρει να ενώσει ή αν θα προσθέσει ακόμη ένα κομμάτι στο ήδη σπασμένο παζλ.
Η Νέα Αριστερά έφτασε στο τέλος όχι επειδή δεν είχε στελέχη. Είχε. Όχι επειδή δεν είχε πολιτική εμπειρία. Είχε και μάλιστα πολλή. Έφτασε στο τέλος γιατί δεν κατάφερε να απαντήσει σε ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: ποιον ακριβώς εκφράζει σήμερα και για ποιον σκοπό υπάρχει;
Όταν ένα κόμμα δεν βρίσκει κοινωνικό ακροατήριο, οι εσωτερικές του διαφωνίες γίνονται εκρηκτικές. Όταν τα ποσοστά πέφτουν, οι στρατηγικές αποκλίσεις μετατρέπονται σε διαζύγια. Και όταν εμφανίζεται ένας ισχυρότερος πόλος, όπως ο Τσίπρας με την ΕΛΑΣ, τότε όσοι είχαν ήδη το βλέμμα στραμμένο αλλού, απλώς επιταχύνουν το βήμα.
Έτσι φτάσανε στο τέλος.