Σε μια εκτενή συνέντευξη στη HuffPost και στους Τέρενς Κουίκ και Αντώνη Φουρλή (παρακάτω τα δύο μέρη-βίντεο), ο Νίκος Κοτζιάς συνδέει τις διεθνείς αναταράξεις με τα αδιέξοδα της ελληνικής πραγματικότητας. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών κρατά αποστάσεις τόσο από την αμερικανική επιθετικότητα όσο και από το καθεστώς του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να λειτουργεί ως «σερίφης», αλλά ως δύναμη διαμεσολάβησης στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, ασκεί σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το πελατειακό κράτος, την οικονομική ανισότητα και την απουσία στρατηγικής για το μέλλον, από την τεχνητή νοημοσύνη έως τη θέση της χώρας στην Ευρώπη. Παράλληλα, περιγράφει μια κατακερματισμένη προοδευτική παράταξη και ζητά ένα μεγάλο μέτωπο πολιτικής αλλαγής, επιμένοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εναλλαγή προσώπων, αλλά η αναγέννηση της χώρας.
Συνέντευξη μέρος 1ο
Νίκος Κοτζιάς στη HuffPost: «Η Ελλάδα δεν πρέπει να κάνει τον σερίφη στην περιοχή, αλλά τον διαμεσολαβητή»
Στο πρώτο μέρος μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στη HuffPost, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς αποτιμά τη νέα γεωπολιτική ένταση γύρω από το Ιράν, κρατά αποστάσεις τόσο από την αμερικανική επιθετικότητα όσο και από το καθεστώς των μουλάδων, και ασκεί σκληρή κριτική στην ελληνική κυβέρνηση για την πολιτική της στην περιοχή. Το βασικό του μήνυμα: η Ελλάδα οφείλει να λειτουργεί ως δύναμη διαμεσολάβησης και όχι ως «σερίφης» της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Νίκος Κοτζιάς, μιλώντας στη HuffPost και στους Τέρενς Κουίκ και Αντώνη Φουρλή, ξεκίνησε από μια γενικότερη διαπίστωση για τη θέση της Ελλάδας μέσα στις μεγάλες διεθνείς ανατροπές.
Όπως είπε, «για άλλη μια φορά, όταν γίνονται μεγάλες κοσμογονικές αλλαγές, η Ελλάδα ασχολείται με σκάνδαλα», παραπέμποντας στο 1989, όταν – όπως σημείωσε – ενώ κατέρρεε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και άλλαζε ο χάρτης των Βαλκανίων, η δημόσια ζωή στην Ελλάδα ήταν εγκλωβισμένη στην εσωτερική σκανδαλολογία.
«Δεν είμαι ούτε με τους μουλάδες, ούτε με την αμερικανική επέμβαση – Είμαι με τους δημοκρατικούς Ιρανούς»
Ο πρώην υπουργός ξεκαθάρισε εξαρχής τη στάση του απέναντι στην κρίση με το Ιράν. «Δεν είμαι ούτε με το Ιράν, ούτε με τους Αμερικάνους», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι θεωρεί δικαιολογημένη την αντίσταση του Ιράν απέναντι στην επιθετικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς αυτό – όπως τόνισε – να σημαίνει καμία πολιτική ή ιδεολογική στήριξη στο ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς.
«Δεν θα ήθελα το παιδί μου να ζήσει σε τέτοια κοινωνία», είπε για το καθεστώς των μουλάδων, προσθέτοντας ότι στέκεται με τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς Ιρανούς, με όσους αγωνίζονται για ελευθερίες και δικαιώματα μέσα στη χώρα.
Στην ίδια γραμμή, ο κ. Κοτζιάς υποστήριξε ότι η αμερικανική πλευρά βρέθηκε αντιμέτωπη με αντίσταση που δεν είχε υπολογίσει. Κατά την εκτίμησή του, ο Τραμπ πιέζεται όχι μόνο από τις διεθνείς οικονομικές συνέπειες μιας ευρύτερης ανάφλεξης, αλλά και από το εσωτερικό δημοκρατικό κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο – όπως είπε – αντιτίθεται στην πολεμική κλιμάκωση.
Μάλιστα, στάθηκε ιδιαίτερα στη δυναμική της αμερικανικής κοινωνίας, λέγοντας ότι στις ΗΠΑ δεν γεννιούνται μόνο συντηρητικά ή αντιδραστικά ρεύματα, αλλά και μεγάλα προοδευτικά κινήματα: από το εργατικό κίνημα και τις διεκδικήσεις για το οκτάωρο, μέχρι τα φοιτητικά, αντιπολεμικά, οικολογικά και αντιρατσιστικά κινήματα.
Σχετικά με το ενδεχόμενο δημοκρατικής αλλαγής στο Ιράν, ο πρώην υπουργός εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στις θεωρίες περί «εξαγωγής δημοκρατίας». Όπως τόνισε, «απ’ έξω δεν εισάγεται η δημοκρατία ποτέ». Η δημοκρατία, υπογράμμισε, δεν επιβάλλεται μέσω στρατιωτικών επεμβάσεων, αλλά απαιτεί εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις.
Κατά τον ίδιο, το ιρανικό καθεστώς δεν διαθέτει την πλειοψηφική κοινωνική στήριξη, εξακολουθεί όμως να έχει βαθιά επιρροή στον κρατικό και θεσμικό μηχανισμό, αλλά και σε ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις εσωτερικές αντιφάσεις της χώρας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα των εθνοτήτων και των μειονοτήτων, όπως οι Κούρδοι, οι Βαλούχοι και οι Αζέροι. Για τον κ. Κοτζιά, η δημοκρατική εξέλιξη στο Ιράν συνδέεται τόσο με το γενικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, όσο και με τα δικαιώματα αυτών των πληθυσμιακών ομάδων.
Από τη διεθνή εικόνα, η συζήτηση πέρασε στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Ο πρώην υπουργός άσκησε αιχμηρή κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι δεν αξιοποιεί τα διπλωματικά εργαλεία που διέθετε η χώρα τα προηγούμενα χρόνια και ότι έχει αφήσει να μαραζώσουν σημαντικές περιφερειακές πρωτοβουλίες.
Όπως είπε, κατά τη δική του θητεία είχαν αναπτυχθεί πολλαπλά τριμερή και πολυμερή σχήματα συνεργασίας στη Μέση Ανατολή, όχι μόνο με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και με την Ιορδανία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη. Αυτές οι πρωτοβουλίες, υποστήριξε, θα μπορούσαν σήμερα να αποτελέσουν χρήσιμα κανάλια παρέμβασης, ειδικά σε περιόδους πολεμικής κρίσης.
Το ίδιο, όπως ανέφερε, ισχύει και για την πρωτοβουλία προστασίας θρησκευτικών και πολιτισμικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή, την οποία χαρακτήρισε «τεράστια οργάνωση» με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους, υπουργών Εξωτερικών και κορυφαίων θρησκευτικών ηγετών της περιοχής. Κατά τον ίδιο, και αυτό το εργαλείο εγκαταλείφθηκε.
Σκληρή ήταν η κριτική του και για τη στρατιωτική διάσταση της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν θα είχε στείλει αντιαεροπορικά συστήματα ή άλλο στρατιωτικό υλικό στη Σαουδική Αραβία ή στο Κατάρ, θεωρώντας ότι μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αποδυναμώνει τις δικές της αμυντικές δυνατότητες για να εξυπηρετεί τρίτους.
Ειδική αναφορά έκανε και στην Κύπρο, λέγοντας ότι η πραγματική απειλή για την ασφάλειά της δεν είναι το Ιράν αλλά η Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, σχολίασε σκωπτικά ότι η Αθήνα μοιάζει να λαμβάνει μέτρα «προστασίας» από λάθος κατεύθυνση, ενώ το βασικό πρόβλημα παραμένει η τουρκική κατοχή στο 38% της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο κ. Κοτζιάς επέμεινε ότι ο ρόλος της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή δεν είναι να λειτουργεί ως δύναμη επιβολής. «Ο ρόλος της Ελλάδας δεν είναι να κάνει το σερίφη στην περιοχή, αλλά να διαμεσολαβεί, να βοηθάει στη διαιτησία και στις διαπραγματεύσεις», είπε, συνοψίζοντας αυτό που αποκάλεσε πολιτική των «τριών Δ»: διαμεσολάβηση, διαιτησία, διαπραγμάτευση.
Για να στηρίξει αυτή τη λογική, ο πρώην υπουργός μοιράστηκε και μια προσωπική εμπειρία από την περίοδο της θητείας του. Θύμισε ότι μετά από επίσκεψή του στο Ιράν το 2015, είχε δεχθεί παράπονα από τον τότε Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι για τις επαφές της Αθήνας με την Τεχεράνη. Όπως αφηγήθηκε όμως, αμέσως μετά ο ίδιος ο Κέρι του ζήτησε κατ’ ιδίαν να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση τεσσάρων Αμερικανών πιλότων που κρατούνταν από τους Ιρανούς.
Το συμπέρασμα που έβγαλε από εκείνο το περιστατικό είναι, όπως είπε, σαφές: στη διεθνή πολιτική χρήσιμος είναι εκείνος που μιλά με όλους. «Στο τέλος, στη διεθνή κοινότητα και για την ειρήνη, χρήσιμος είναι αυτός που έχει επαφές και σχέσεις με όλους», σημείωσε, αντιπαραβάλλοντας τη δική του προσέγγιση με αυτό που περιέγραψε ως πολιτική αποκλεισμών της σημερινής κυβέρνησης απέναντι σε χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και μεγάλο μέρος του αραβικού κόσμου.
Κλείνοντας, ο Νίκος Κοτζιάς είπε ότι θέλει να κρατήσει μια αισιόδοξη νότα: «Η ειρήνη επικρατεί». Ωστόσο έσπευσε να προσθέσει το βαρύ ερώτημα που, κατά τον ίδιο, συνοδεύει κάθε τέτοια κατάληξη: με πόσες καταστροφές, με πόσες χαμένες ζωές και με πόσο κόστος για τις κοινωνίες.
«Δεν ξέρω αν μπορούμε να μην διαμαρτυρηθούμε για πολέμους που καταστρέφουν κοινωνίες και τις υποδομές τους», κατέληξε.
Συνέντευξη μέρος 2ο
Νίκος Κοτζιάς στη HuffPost: « Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στα σκάνδαλα – Η κυβέρνηση κάνει πολιτική φωτοβολίδων»
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, μιλά για τα σκάνδαλα, τον «τραμπισμό», το ρουσφέτι, την αδυναμία της προοδευτικής παράταξης να συγκροτήσει ενότητα, το κόμμα Τσίπρα και στέλνει μήνυμα για την ανάγκη «αναγέννησης της χώρας». Μιλάει και για την αγαπημένη του ομάδα την ΑΕΚ
Από την τεχνητή νοημοσύνη και την κρίση αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, μέχρι τον τραμπισμό, το ρουσφέτι, την αναδιανομή πλούτου υπέρ των ισχυρών και το ενδεχόμενο ενός νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα, ο Νίκος Κοτζιάς μιλά στη HuffPost και στους Τέρενς Κουίκ και Αντώνη Φουρλή για όλα. Με αιχμηρή γλώσσα, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών περιγράφει μια χώρα που – όπως λέει – κινδυνεύει να χάσει ξανά «το τρένο», όχι μόνο της γεωπολιτικής, αλλά και του ίδιου του μέλλοντος.
Επιστρέφοντας από τη διεθνή σκηνή στην ελληνική πραγματικότητα, ο Νίκος Κοτζιάς έθεσε εξαρχής το δίλημμα που, κατά την άποψή του, χαρακτηρίζει τη δημόσια ζωή στη χώρα: ενώ ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στα σκάνδαλα.
Όπως είπε, τα σκάνδαλα είναι υπαρκτά, σοβαρά και πρέπει να αντιμετωπιστούν, όμως αυτό δεν αρκεί. «Πρέπει να ασχοληθούμε και στρατηγικά με το μέλλον», υπογράμμισε, φέρνοντας ως παράδειγμα την τεχνητή νοημοσύνη. Πρότεινε, μάλιστα, να μπει ως μάθημα στη Μέση Εκπαίδευση, να δημιουργηθούν εργαστήρια στα σχολεία και εξειδικευμένες σχολές που θα συνδέουν την τεχνητή νοημοσύνη με τη δημοκρατία, την ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πληροφορική.
Για τον ίδιο, η Ελλάδα κινδυνεύει να επαναλάβει το ίδιο λάθος που έκανε με την πληροφορική: να χάσει δηλαδή μια ιστορική ευκαιρία, να αφήσει επιστημονικό δυναμικό να φύγει στο εξωτερικό και να βρεθεί για άλλη μια φορά ουραγός των εξελίξεων.
Η κριτική του προς την κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Υποστήριξε ότι η ίδια όχι μόνο δεν ανοίγει τη συζήτηση για το μέλλον, αλλά εμπλέκεται σε ένα τοπίο διαχείρισης εξουσίας που, όπως είπε, πολλοί περιγράφουν ακόμη και ως πεδίο «οργανωμένων συμμοριών» πίσω από πλευρές των υποθέσεων που έχουν αναδειχθεί το τελευταίο διάστημα.
Στο διεθνές επίπεδο, ο πρώην υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στον «τραμπισμό» και στα όσα σηματοδοτεί για μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα. Περιέγραψε μια πολιτική αντίληψη που αδιαφορεί για το διεθνές δίκαιο, περιφρονεί τους διεθνείς θεσμούς, αντιμετωπίζει τα σύνορα ως μεταβλητές ισχύος και νομιμοποιεί λογικές επιβολής και κατάκτησης.
Κατά την εκτίμησή του, αυτό το μοντέλο δεν είναι μια αμερικανική ιδιορρυθμία χωρίς συνέπειες για την περιοχή μας. Αντίθετα, προειδοποίησε ότι τέτοιες λογικές μπορούν να λειτουργήσουν ως παράδειγμα και για άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις, αφήνοντας σαφή υπαινιγμό για την Τουρκία και για το τι θα μπορούσε να σημαίνει μια τέτοια διεθνής μετατόπιση για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, την οποία χαρακτήρισε ουσιαστικά πολιτική «φωτοβολίδα». Όπως είπε, κάθε φορά που η κυβέρνηση πιέζεται, επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα με μια θεσμική συζήτηση που αποσπά την προσοχή.
«Το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή δεν ταιριάζει στην ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία»
Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν είναι υπέρ ενός τέτοιου ασυμβίβαστου, εξηγώντας πως αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό προεδρικών ή ημιπροεδρικών συστημάτων και δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Για τον κ. Κοτζιά, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν ένας υπουργός είναι ταυτόχρονα βουλευτής, αλλά η ίδια η αποδυνάμωση της Βουλής και η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρωθυπουργικό κέντρο.
«Η Βουλή έχει καταρρεύσει», είπε με έμφαση, περιγράφοντάς την ως έναν χώρο όπου οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος δεν μπορούν ουσιαστικά να διαφωνήσουν. Κατά τη δική του ανάγνωση, το πολιτικό σύστημα έχει γίνει υπερβολικά κεντρικό, πρωθυπουργοκεντρικό και προεδρικό στην πράξη, χωρίς να έχει αλλάξει επίσημα το πολίτευμα.
Από εκεί, η συζήτηση πέρασε στον πυρήνα του πελατειακού κράτους και του ρουσφετιού. Ο Νίκος Κοτζιάς υποστήριξε ότι το ρουσφέτι δεν είναι απλώς ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ένας μηχανισμός εξουσίας που «κατασκεύασε την κοινωνία της συνενοχής».
Όπως εξήγησε, αντί ο πολίτης να διεκδικεί συλλογικά ένα κοινωνικό δικαίωμα, ωθείται να αναζητήσει ατομική λύση μέσω ενός βουλευτή ή πολιτικού παράγοντα. Με αυτόν τον τρόπο, κατά τον πρώην υπουργό, η εξουσία δεν διορθώνει το πρόβλημα, αλλά διαφθείρει κοινωνικά τη σχέση κράτους και πολίτη.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την απουσία κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα και τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα υποκαθιστά μια θεσμική πολιτική με τη «νομιμοποίηση του αυθαιρέτου». Για τον ίδιο, αυτή είναι η πεμπτουσία του πελατειακού μηχανισμού: η εξουσία αποφεύγει να δώσει καθολικές λύσεις και επιλέγει να κρατά τον πολίτη σε μια διαρκή σχέση εξάρτησης.
Ο κ. Κοτζιάς έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στο «μικρό ρουσφετάκι» και στις «μεγάλες ροές» χρήματος και ισχύος. Εκεί εστίασε την πιο αιχμηρή του καταγγελία, μιλώντας για τεράστια οικονομικά οφέλη εταιρειών μέσω κρατικών συμβάσεων, χωρίς διαγωνισμούς, και αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα για το ποιοι ωφελούνται τελικά από αυτές τις διαδικασίες.
Αναφερόμενος στην οικονομία, υποστήριξε ότι η χώρα βιώνει μια τριπλή κοινωνικά άδικη ανακατανομή. Η πρώτη, όπως είπε, αφορά το εισόδημα: οι πολίτες πληρώνουν ακριβά καύσιμα, δεν αμείβονται ουσιαστικά για τις τραπεζικές τους καταθέσεις και βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται, ενώ τράπεζες, ασφαλιστικές και ισχυροί παράγοντες της ενέργειας αποκομίζουν οφέλη.
Η δεύτερη ανακατανομή, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορά την ιδιοκτησία. Μίλησε για τεράστιο όγκο κατοικιών που έχουν περάσει σε funds σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, για να επανεμφανιστούν αργότερα στην αγορά σε πολλαπλάσια αξία. Αυτό, όπως είπε, συνιστά μεταφορά περιουσίας από τη μικροϊδιοκτησία των Ελλήνων πολιτών προς μεγάλα ξένα συμφέροντα.
Η τρίτη, κατά τον πρώην υπουργό, αφορά την ίδια τη θέση της χώρας στο διεθνές και παραγωγικό πεδίο. Περιέγραψε μια Ελλάδα που υποχωρεί συγκριτικά μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ άλλες χώρες της περιοχής – με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Τουρκία – ενισχύουν τη βιομηχανική και εξαγωγική τους βάση, από τα αυτοκίνητα έως τα αμυντικά συστήματα.
Αντίθετα, όπως είπε, η Ελλάδα δεν παράγει πλέον σχεδόν τίποτα σε μαζική κλίμακα και σε πολλούς κοινωνικούς και οικονομικούς δείκτες έχει πέσει σε από τις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Το ζήτημα, υπογράμμισε, δεν είναι αν υπάρχει ονομαστικά ανάπτυξη, αλλά αν η χώρα συγκλίνει ή αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και, όπως τόνισε, σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική.
Κοτζιάς για το «κόμμα Τσίπρα»: Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα φτιαχτεί ένα νέο κόμμα, αλλά αν υπάρχει σχέδιο για ενότητα, συμμαχίες και κοινή δράση
Μιλώντας για το πολιτικό σύστημα, ο Νίκος Κοτζιάς χαρακτήρισε τη σημερινή κατάσταση ως καθεστώς «δεσπόζοντος κόμματος», όπου δεν υπάρχει πραγματικός δικομματισμός αλλά μια κυρίαρχη δύναμη απέναντι σε έναν κατακερματισμένο και αδύναμο αντιπολιτευτικό χώρο.
Σε αυτό το φόντο αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο ενός νέου φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα. Ξεκαθάρισε ότι κάθε πολιτικός έχει δικαίωμα να ιδρύσει το κόμμα του, ωστόσο το ουσιαστικό ερώτημα, όπως είπε, δεν είναι αν θα φτιαχτεί ένα νέο κόμμα, αλλά αν υπάρχει σχέδιο για ενότητα, συμμαχίες και κοινή δράση.
Για τον πρώην υπουργό, το βασικό πρόβλημα της σημερινής κεντροαριστεράς και αριστεράς είναι ότι συχνά συγχέει την ενίσχυση του κόμματός της με την οικοδόμηση συμμαχιών. Όπως είπε, αρκετές ηγεσίες καλούν όσους επιθυμούν συνεργασία όχι σε ισότιμη συμπόρευση, αλλά σε ενσωμάτωση στο δικό τους κομματικό σχέδιο.
Εκεί ακριβώς εντόπισε και τη διαφωνία του με τις επιλογές του Αλέξη Τσίπρα, του Νίκου Ανδρουλάκη αλλά και άλλων δυνάμεων του χώρου, ενώ άσκησε κριτική και στο ΚΚΕ, λέγοντας πως έχει αποσυρθεί από μια ιστορική παράδοση μετώπων και συμμαχιών που χαρακτήριζε την αριστερά σε κρίσιμες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο ίδιος δήλωσε ξεκάθαρα ότι θεωρεί αναγκαία τη συγκρότηση ενός «μεγάλου μετώπου αλλαγής» ή, όπως το ονομάζει, «αναγέννησης της χώρας». Κατά την άποψή του, δεν αρκεί απλώς να φύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την εξουσία. Πρέπει να αλλάξει συνολικά το σύστημα συμφερόντων και συνεταιρισμών που στηρίζει και αναπαράγει αυτή την πολιτική κυριαρχία.
Παρότι περιέγραψε με μελανά χρώματα την πολιτική πραγματικότητα, δεν εμφανίστηκε μοιρολάτρης. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η κοινωνία θέλει ευρύτερες συνεργασίες και ενότητα στον προοδευτικό χώρο, ακόμη κι αν οι πολιτικές ηγεσίες δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το αίτημα.
Όπως είπε, οι δημοσκοπήσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αλλά δεν μπορούν να καθοδηγούν την πολιτική. Η αφετηρία, κατά τον ίδιο, οφείλει να είναι άλλη: «τι έχει ανάγκη η χώρα» και «ποια πράγματα χρειάζεται ο λαός».
Ο Νίκος Κοτζιάς αποκάλυψε ακόμη ότι βρίσκεται σε συνεχείς συζητήσεις με στελέχη από διάφορους χώρους της κεντροαριστεράς, της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, προσπαθώντας – όπως είπε – να συμβάλει στη διαμόρφωση κοινών αρχών. Παράλληλα, τόνισε ότι σε αυτή τη φάση της ζωής του τον απασχολεί ιδιαίτερα και η «κληρονομιά» που θα αφήσει, αναφέροντας ότι εργάζεται εδώ και χρόνια πάνω σε ένα μεγάλο αριστερό κείμενο για το Κυπριακό, με στόχο να υπάρξει υλικό χρήσιμο για τις επόμενες γενιές.
Στο τέλος της συζήτησης, ο τόνος ελάφρυνε με μια αναφορά στην ΑΕΚ, την ομάδα με την οποία είναι ιστορικά συνδεδεμένος. Ο πρώην υπουργός είπε ότι θα χαρεί αν η ΑΕΚ κατακτήσει το πρωτάθλημα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα γίνει τίμια και με καλό ποδόσφαιρο, αν και παραδέχθηκε πως δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο τίτλος όσο να παίζει η ομάδα «ωραία μπάλα».
Αναφέρθηκε με νοσταλγία στον λαϊκό και προσφυγικό χαρακτήρα της ΑΕΚ, αλλά και στη σχέση της με ένα κοινωνικό κοινό που, όπως είπε, παραδοσιακά είχε δεσμούς με τη λαϊκή παράταξη και την αριστερά. Από εκεί πέρασε σε μια ευρύτερη παρατήρηση: ότι σήμερα βλέπει πολλή νεολαία να επενδύει συναισθηματικά στο ποδόσφαιρο και πολύ λιγότερη να στρατεύεται στην πολιτική.
Και κάπως έτσι κατέληξε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπεράσματα της συνέντευξης: η πολιτική πρέπει να ξαναγίνει πεδίο ελπίδας, προσδοκίας και συμμετοχής για τους νέους ανθρώπους.
«Θέλω η ΑΕΚ να πάρει το πρωτάθλημα», είπε χαμογελώντας, «αλλά πολύ περισσότερο θέλω να αλλάξει η πολιτική σκηνή της χώρας».