Σε ένα πολιτικό σκηνικό που ξαναγράφεται πριν ακόμη στηθούν κάλπες, το ΚΚΕ μοιάζει να παρακολουθεί την κινητικότητα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού με τη γνωστή του ψυχραιμία. Οχι επειδή δεν επηρεάζεται από τις μετακινήσεις στο εκλογικό σώμα. Αλλά επειδή, σε αντίθεση με άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, η σχέση του με τους ψηφοφόρους του δεν είναι τόσο ευκαιριακή. Είναι περισσότερο ιδεολογική, οργανωτική και κοινωνικά ριζωμένη.

Το ερώτημα που αρχίζει να διαμορφώνεται στο παρασκήνιο της αντιπολίτευσης είναι απλό: τι θα γίνει αν στο ήδη κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο εμφανιστούν και νέα κόμματα με ισχυρό συμβολικό φορτίο; Ενα κόμμα Τσίπρα, με αναφορά στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, και ένα κόμμα Καρυστιανού, με εκκίνηση από την κοινωνική οργή και το αίτημα δικαιοσύνης, θα μπορούσαν να πιέσουν κόμματα που κινούνται από το Κέντρο έως την Αριστερά.

Advertisement
Advertisement

Το ΚΚΕ, όμως, δεν είναι ΠΑΣΟΚ, δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι Πλεύση Ελευθερίας. Δεν είναι κόμμα που στηρίζεται πρωτίστως στην προσωποκεντρική δυναμική, ούτε στην επικοινωνιακή ανάφλεξη της στιγμής. Είναι ένας πολιτικός οργανισμός που κινείται με αργούς, σταθερούς ρυθμούς, με συγκεκριμένη γλώσσα, συγκεκριμένο ακροατήριο και σαφές όριο απέναντι σε κάθε σενάριο «προοδευτικής διακυβέρνησης».

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτο. Σημαίνει, όμως, ότι οι απώλειες που ενδεχομένως θα είχε από νέα σχήματα τύπου Τσίπρα ή Καρυστιανού δύσκολα θα ήταν αντίστοιχες με εκείνες που μπορεί να αντιμετωπίσουν κόμματα πιο ρευστά, πιο προσωποπαγή ή πιο εξαρτημένα από τη συγκυρία.

Τα δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν ακριβώς αυτή τη σχετική ανθεκτικότητα. Στην πρόσφατη μέτρηση της GPO για τα «Παραπολιτικά», η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί στο 23,8%, το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στο 12,8%, ενώ το ΚΚΕ καταγράφεται στο 8%, με μικρή άνοδο σε σχέση με τον Μάρτιο. Στην εκτίμηση ψήφου, το ΚΚΕ εμφανίζεται στο 10%, σχεδόν ισοδύναμο με την Ελληνική Λύση που βρίσκεται στο 10,2%. 

Η εικόνα αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, άλλη δημοσκόπηση της GPO για το STAR κατέγραφε το ΚΚΕ στο 8,1%, πίσω από την Ελληνική Λύση και μπροστά από την Πλεύση Ελευθερίας. Την ίδια στιγμή, στις ερωτήσεις για τα υπό ίδρυση κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού, εμφανιζόταν υπαρκτή αλλά όχι συντριπτική δεξαμενή θετικής ψήφου: για την Καρυστιανού 6,3% απαντούσε «πολύ πιθανό» και 11,5% «αρκετά πιθανό», ενώ για τον Τσίπρα τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 6,5% και 10,9%. 

Αυτό που ενδιαφέρει το ΚΚΕ δεν είναι τόσο αν θα υπάρξει νέος παίκτης στην αντιπολίτευση. Είναι αν αυτός ο παίκτης θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε κυβερνητική εναλλακτική εντός του ίδιου πλαισίου. Εκεί ακριβώς το ΚΚΕ θα επιχειρήσει να περιχαρακώσει τη θέση του: απέναντι σε κάθε αφήγημα «ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς», απέναντι σε κάθε κάλεσμα «προοδευτικού μετώπου», απέναντι σε κάθε πρόταση που θα θεωρεί ότι ανακυκλώνει παλιές κυβερνητικές αυταπάτες.

Για το κόμμα του Περισσού, ο Τσίπρας δεν είναι ένα νέο πρόσωπο. Είναι πρώην πρωθυπουργός, ταυτισμένος με την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με μνημονιακές αποφάσεις, με την απογοήτευση ενός τμήματος της Αριστεράς. Αρα, ένα πιθανό νέο κόμμα Τσίπρα θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, στο ΠΑΣΟΚ ή στη Νέα Αριστερά, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να διεμβολίσει μαζικά τον σκληρό πυρήνα του ΚΚΕ.

Advertisement

Η περίπτωση Καρυστιανού είναι διαφορετική. Δεν έρχεται από τον παραδοσιακό κομματικό ανταγωνισμό, αλλά από ένα βαθύ κοινωνικό τραύμα. Αυτό μπορεί να της δώσει πρόσβαση σε πολίτες που δεν θέλουν να ακούσουν για κόμματα, αλλά ζητούν δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και λογοδοσία. Σε δημοσκόπηση της Interview, μάλιστα, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού καταγράφηκε στο 7,9% και ως τρίτη δύναμη, ενώ στην ίδια μέτρηση το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση εμφανίζονταν στο 5,4%. 

Εδώ υπάρχει μια πιθανή πίεση για το ΚΚΕ. Οχι τόσο στον ιδεολογικά σταθερό ψηφοφόρο του, όσο σε ένα τμήμα διαμαρτυρίας που κινείται περιφερειακά γύρω από την Αριστερά, τη νεολαία, την αντισυστημική ψήφο ή την ψήφο οργής. Αν η Καρυστιανού μετατραπεί σε πολιτικό σύμβολο ευρύτερης αμφισβήτησης, μπορεί να απορροφήσει μέρος αυτής της διαμαρτυρίας.

Αλλά και πάλι, υπάρχει ένα όριο. Το ΚΚΕ δεν απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα. Απευθύνεται σε ψηφοφόρους που επιλέγουν κόμμα, γραμμή, συνδικάτο, αγώνα, αντιπολίτευση διαρκείας. Αυτός ο τρόπος πολιτικής ύπαρξης δεν είναι εύκολο να ανταγωνιστεί επικοινωνιακά ένα νέο κόμμα. Είναι, όμως, δύσκολο και να αποδομηθεί γρήγορα.

Advertisement

Γι’ αυτό και η πιθανότερη στρατηγική του ΚΚΕ δεν θα είναι η προσαρμογή, αλλά η περιχαράκωση με επιθετικό τρόπο. Θα επιμείνει ότι η μόνη πραγματική αντιπολίτευση είναι εκείνη που δεν ζητά κυβερνητική εναλλαγή, αλλά σύγκρουση με την πολιτική της ΝΔ, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του κεφαλαίου. Θα προσπαθήσει να εμφανίσει όλα τα νέα σχήματα ως παραλλαγές του ίδιου αδιεξόδου: πρόσωπα που αλλάζουν, πολιτική που μένει.

Αυτή η στάση έχει κόστος και όφελος. Το κόστος είναι ότι το ΚΚΕ μπορεί να δείχνει άκαμπτο σε ένα κοινό που αναζητά άμεση κυβερνητική λύση. Το όφελος είναι ότι διατηρεί καθαρή ταυτότητα σε μια περίοδο όπου οι υπόλοιποι διεκδικούν περίπου την ίδια δεξαμενή δυσαρέσκειας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή τη φορά η σταθερότητα του ΚΚΕ δεν μοιάζει με στασιμότητα. Μετά το 7,69% στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 και το 9,25% στις ευρωεκλογές του 2024, το κόμμα εμφανίζεται να έχει πατήσει σε ένα επίπεδο που δύσκολα θυμίζει τα χαμηλότερα ποσοστά της προηγούμενης δεκαετίας. Τα επίσημα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του 2024 δείχνουν ότι το ΚΚΕ είχε καταγράψει άνοδο σε σχέση με προηγούμενες αναμετρήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για δημοσκοπική σύμπτωση. 

Advertisement

Αν λοιπόν η πολιτική σκηνή μπει σε φάση ανασύνθεσης, το ΚΚΕ θα επηρεαστεί, αλλά μάλλον όχι με τον τρόπο που θα επηρεαστούν οι άλλοι. Δεν θα βρεθεί στο κέντρο της θύελλας. Θα επιχειρήσει να σταθεί στο πλάι της, δείχνοντας ότι την είχε προβλέψει.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα κόμμα Τσίπρα ή Καρυστιανού θα κόψει μονάδες από το ΚΚΕ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κοινωνική δυσαρέσκεια θα αναζητήσει εκτόνωση σε ένα νέο πρόσωπο ή σταθερότητα σε ένα παλιό κόμμα με καθαρή αντισυστημική ταυτότητα.

Και εκεί το ΚΚΕ έχει ένα πλεονέκτημα που οι αντίπαλοί του συχνά υποτιμούν: δεν υπόσχεται ότι μπορεί να κυβερνήσει αύριο. Υπόσχεται ότι δεν θα αλλάξει γραμμή μεθαύριο.

Advertisement

Advertisement