Υπάρχουν στιγμές που μια φράση αρκεί για να εκθέσει ολόκληρη τη στρατηγική αμηχανία της Ευρώπης. Αυτό ακριβώς συνέβη όταν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, απάντησε δημόσια στον Σαρλ Μισέλ, υπενθυμίζοντάς του το αυτονόητο που πολλοί στις Βρυξέλλες προτιμούν να ξεχνούν: η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και συνεχίζει έως και σήμερα να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος.
Η παρέμβαση του Χριστοδουλίδη είχε βαρύτητα όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά και για τον αποδέκτη της. Ο Σαρλ Μισέλ δεν είναι ένας τυχαίος σχολιαστής της διεθνούς πολιτικής. Είναι πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δηλαδή ένα πρόσωπο που υπηρέτησε στην κορυφή της ευρωπαϊκής θεσμικής πυραμίδας. Και ακριβώς γι’ αυτό, η επιλογή του να παρουσιάσει την Τουρκία ως αναντικατάστατο γεωπολιτικό εταίρο, αποσιωπώντας την κατοχή στην Κύπρο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αθώα ούτε απλώς ατυχής.
Οταν ένας πρώην κορυφαίος Ευρωπαίος αξιωματούχος μιλά για «δύο μέτρα και δύο σταθμά», αλλά δεν βρίσκει ούτε μία λέξη να πει για το γεγονός ότι μια «υποψήφια προς ένταξη» χώρα εξακολουθεί να κρατά υπό κατοχή έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό, θεσμικό και ηθικό.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αξία της αντίδρασης της Λευκωσίας. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν απάντησε απλώς σε ένα προκλητικό σχόλιο. Υπενθύμισε στην Ευρώπη την πιο άβολη αλήθεια της: ότι επί δεκαετίες η Ένωση επιδεικνύει μια εντυπωσιακή ασυνέπεια απέναντι στο Κυπριακό. Από τη μία πλευρά, ορθώς μιλά για διεθνές δίκαιο, εδαφική ακεραιότητα και κυρώσεις όπου διαπιστώνεται εισβολή και κατοχή. Από την άλλη, στην περίπτωση της Κύπρου, επιμένει να κινείται με χαμηλές προσδοκίες, διπλωματικές ευγένειες και πολιτική αυτοσυγκράτηση που συχνά αγγίζει τα όρια της συνενοχής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασφαλώς και καλά κάνει όταν στηρίζει χώρες που δέχονται επιθετικότητα. Όπως η Ουκρανία. Ομως το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί η ίδια αποφασιστικότητα δεν εκδηλώθηκε ποτέ με ανάλογη συνέπεια απέναντι στην Τουρκία για την Κύπρο; Γιατί η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους αντιμετωπίζεται εδώ και μισό αιώνα περίπου σαν μια «δύσκολη εκκρεμότητα» και όχι σαν μόνιμη παραβίαση του ίδιου του ευρωπαϊκού και διεθνούς νομικού πολιτισμού;
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρώπης. Διότι όταν οι αρχές εφαρμόζονται επιλεκτικά, παύουν να είναι αρχές και μετατρέπονται σε εργαλεία σκοπιμότητας. Και όταν η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας χώρας λειτουργεί ως άλλοθι για τη σιωπή απέναντι στην παρανομία, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: υπάρχουν παραβιάσεις που κοστίζουν και άλλες που απλώς διαχειρίζονται.
Η Τουρκία, βεβαίως, επιχειρεί συστηματικά να επιβάλει αυτό το πλαίσιο. Εμφανίζεται ως αναγκαίος παίκτης στο ΝΑΤΟ, στο μεταναστευτικό, στην ενέργεια, στην περιφερειακή ασφάλεια. Και πράγματι, σε πολλά πεδία διαθέτει ειδικό βάρος. Ομως καμία γεωπολιτική χρησιμότητα δεν μπορεί να σβήσει το γεγονός της εισβολής, της κατοχής και της διαρκούς απειλής κατά δύο κρατών του ελληνισμού, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας. Η επίκληση του «ρεαλισμού» δεν μπορεί να γίνεται πλυντήριο της ιστορίας.
Η κίνηση του Χριστοδουλίδη είχε, επομένως, και μια δεύτερη ανάγνωση: έδειξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι διατεθειμένη να αφήνει αναπάντητα αφηγήματα που εξωραΐζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Και καλά έκανε. Διότι κάθε τέτοια σιωπή παγιώνει μια επικίνδυνη ευρωπαϊκή κανονικότητα: την κανονικότητα όπου η Κύπρος αντιμετωπίζεται ως «ειδική περίπτωση» και όχι ως κράτος-μέλος που δικαιούται πλήρη πολιτική, διπλωματική και στρατηγική αλληλεγγύη.
Η Αθήνα οφείλει να διαβάσει σωστά αυτό το μήνυμα. Η φράση «η Κύπρος δεν κείται μακράν» δεν μπορεί να μένει ένα ιστορικό σύνθημα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντιθέτως, πρέπει να μεταφράζεται σε διαρκές στρατηγικό δόγμα. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία χρειάζονται ακόμη στενότερο αμυντικό, διπλωματικό και επιχειρησιακό συντονισμό, με τρόπο που να καθιστά σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι ο ελληνισμός δεν αποδέχεται τετελεσμένα.
Η συζήτηση για την ανάγκη πιο ορατής ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μαξιμαλισμός. Είναι η αυτονόητη απάντηση σε μια περιοχή όπου η ισχύς, η αποτροπή και η πολιτική βούληση εξακολουθούν να μετρούν. Οχι για να κλιμακωθεί η ένταση, αλλά για να μην υπάρξει η ψευδαίσθηση ότι η Κύπρος μπορεί να παραμένει εκτεθειμένη, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μιλούν αόριστα για «σταθερότητα».
Στο τέλος της ημέρας, αυτό που ενόχλησε περισσότερο στην απάντηση Χριστοδουλίδη δεν ήταν ο τόνος της. Ηταν το γεγονός ότι επανέφερε στο τραπέζι μια αλήθεια που πολλοί στην Ευρώπη θα προτιμούσαν να παρακάμψουν. Οτι το Κυπριακό δεν είναι διμερές παράπονο. Δεν είναι περιφερειακή παρεξήγηση. Είναι ευρωπαϊκή πληγή ανοιχτή.
Και όσο οι Βρυξέλλες θα συνεχίζουν να ζητούν από την Κύπρο ψυχραιμία, ευελιξία και «ρεαλισμό», χωρίς να επιδεικνύουν την ίδια αποφασιστικότητα απέναντι στην Άγκυρα, τόσο τέτοιες παρεμβάσεις θα είναι όχι απλώς δικαιολογημένες, αλλά απολύτως αναγκαίες.
Γιατί κάποια στιγμή, κάποιος έπρεπε να το πει καθαρά. Και αυτή τη φορά, η Λευκωσία το είπε.