Στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την Ελλάδα, κρίνοντας ότι η ελληνική νομοθεσία δεν έχει εναρμονιστεί πλήρως με την ευρωπαϊκή οδηγία για την εργασία ορισμένου χρόνου.
Η υπόθεση αφορά τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στα δημόσια σχολεία και, σύμφωνα με την Κομισιόν, υπόκεινται σε λιγότερο ευνοϊκούς όρους εργασίας σε σχέση με τους μόνιμους εκπαιδευτικούς.
Η Επιτροπή αναφέρει ενδεικτικά ζητήματα όπως η άδεια μητρότητας και η αναρρωτική άδεια, στα οποία, όπως υποστηρίζει, η ελληνική νομοθεσία προβλέπει δυσμενέστερη μεταχείριση για τους εκπαιδευτικούς ορισμένου χρόνου.
Η διαδικασία επί παραβάσει είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο του 2024, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε στην Ελλάδα προειδοποιητική επιστολή. Οι εξηγήσεις που έδωσαν οι ελληνικές αρχές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές και τον Μάιο του 2025 ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη.
Καθώς, σύμφωνα με την Κομισιόν, οι απαντήσεις της Ελλάδας δεν ήραν τις ανησυχίες της, η υπόθεση περνά πλέον στη δικαστική φάση, με την παραπομπή της χώρας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παραπομπή δεν συνεπάγεται άμεση επιβολή προστίμου ή άλλης κύρωσης. Σημαίνει, όμως, ότι το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφανθεί αν η ελληνική νομοθεσία είναι συμβατή με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου.
Εάν το Δικαστήριο δικαιώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προσαρμογή του θεσμικού της πλαισίου, ώστε οι εκπαιδευτικοί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου να μην αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα από τους μόνιμους, εκτός εάν υπάρχει αντικειμενική δικαιολόγηση.
Σε περίπτωση που, μετά από ενδεχόμενη καταδικαστική απόφαση, η χώρα δεν συμμορφωθεί, η Κομισιόν μπορεί να επανέλθει στο Δικαστήριο ζητώντας την επιβολή χρηματικών κυρώσεων.
Η οδηγία για την εργασία ορισμένου χρόνου, δηλαδή η οδηγία 1999/70/ΕΚ, θεσπίζει ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αποτροπή της κατάχρησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και μόνιμων εργαζομένων.
Απαγορεύει τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά. Τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την αρχή της μη διάκρισης μέσω της εθνικής νομοθεσίας, συλλογικών συμβάσεων ή καθιερωμένων πρακτικών στον χώρο εργασίας.