Δεν υπήρχε αισιοδοξία για μεγάλες προσδοκίες και επιβεβαιώθηκε. Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα (11 Φεβρουαρίου 2026) κινήθηκε στο γνώριμο μοτίβο: χαμηλοί τόνοι, «θετικό κλίμα» στις δημόσιες δηλώσεις, αλλά καμία πραγματική μετατόπιση στις πάγιες, αντικρουόμενες θέσεις των δύο πλευρών για τα θεμελιώδη.

Στον πυρήνα, το μήνυμα της Άγκυρας παρέμεινε διπλό. Από τη μία, ρητορική περί «επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου» και περί προβλημάτων που «δεν είναι ανυπέρβλητα», με την προϋπόθεση, όπως τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος, να υπάρχει «καλή πίστη» και διάθεση για διάλογο.  Από την άλλη, το υποδόριο πολιτικό υπόστρωμα των τουρκικών διεκδικήσεων δεν εξαφανίστηκε. Χωρίς να τα ονοματίσει, ο Ερντογάν δεν αναίρεσε τίποτα για  «θαλάσσιες ζώνες»,  «πολύπλοκες διαφορές» και πακέτο ζητημάτων που η Αθήνα δεν αναγνωρίζει ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης: από τη «Γαλάζια Πατρίδα» μέχρι Θράκη, ΑΟΖ, την πολιτικοποίηση θεμάτων όπως τα θαλάσσια πάρκα.

Advertisement
Advertisement

Το «casus belli» στο προσκήνιο – και η μοναδική διαφορά, κατά Αθήνα

Η ελληνική πλευρά επανέφερε δημοσίως ένα αίτημα-κλειδί: την άρση της απειλής πολέμου (casus belli) που έχει διατυπώσει η Τουρκία από το 1995, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων.  Και ταυτόχρονα επιδίωξε να «κλειδώσει» το πλαίσιο της συζήτησης με τη μία και μόνη διαφορά. Υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, με προοπτική –εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις – διεθνούς δικαστικής επίλυσης.

Στο ίδιο δημόσιο κάδρο, μπήκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το θέμα των μειονοτήτων. Η Αθήνα επιδίωξε σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη μουσουλμανική ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ μειονότητα στη Θράκη και στο καθεστώς της ελληνικής ομογένειας στην Κωνσταντινούπολη, απορρίπτοντας την τουρκική ρητορική «ισοδυναμιών» και ανταλλαγών.

Η Κύπρος «εκτός» από την Τουρκία, «εντός» από την Ελλάδα

Σημείο που δεν πέρασε απαρατήρητο: στις δημόσιες τοποθετήσεις, η τουρκική πλευρά κράτησε το Κυπριακό εκτός ρητορικής Ερντογάν, προφανέστατα στο γνωστό της πλαίσιο, με την Άγκυρα να επιμένει διαχρονικά στη λύση δύο κρατών.  Ο Έλληνας πρωθυπουργός, αντιθέτως, έθεσε το θέμα και κάλεσε για επανεκκίνηση της διαδικασίας από το σημείο που σταμάτησε στο Κραν Μοντανά. Περισσότερο ως υπενθύμιση ότι χωρίς Κύπρο δεν υπάρχει «ολική εξομάλυνση» στο ελληνοτουρκικό παζλ.

«Χαμηλή πολιτική»: οι συμφωνίες και ο στόχος των 10 δισ. στο εμπόριο

Το πρακτικό αποτέλεσμα της ημέρας ήρθε εκεί όπου οι δύο πλευρές μπορούν να συμφωνήσουν ευκολότερα. Υπεγράφησαν συμφωνίες συνεργασίας σε πεδία όπως εμπόριο, οικονομία, επιστήμη, διαχείριση κρίσεων/καταστροφών και άλλες «τεχνικές» ή πολιτιστικές συνιστώσες.  Παράλληλα, επανήλθε ο στόχος αύξησης των εμπορικών συναλλαγών στα 10 δισ. δολάρια, ένας αριθμός που λειτουργεί ως «κοινός παρονομαστής» σε μια σχέση όπου ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός δεν εξαφανίζεται, απλώς μπαίνει σε παρένθεση.

Κομβική, επίσης, η διάσταση του μεταναστευτικού. Σύμφωνα με αναφορές Κυριάκου Μητσοτάκη, οι ροές στο Αιγαίο έχουν μειωθεί σημαντικά (περίπου 60%) λόγω ενισχυμένης συνεργασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ζήτημα παύει να είναι εν δυνάμει «σπινθήρας».

Το συμπέρασμα: «διαχείριση» αντί «λύσης»

Αυτό που περιγράφεται και από τις δύο πλευρές, με διαφορετικές λέξεις, είναι μια στρατηγική διαχείρισης. Να κρατηθούν ανοικτοί δίαυλοι, να αποτραπεί μια νέα κρίση, να υπάρξει συνεργασία όπου γίνεται, χωρίς να καλλιεργούνται αυταπάτες για τα μεγάλα. Κάπως έτσι, η εικόνα της Άγκυρας «κουμπώνει» με τη γραμμή που έχει περιγράψει στην HuffPost ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης: χρήσιμες συναντήσεις, ακόμη και με ακανθώδεις διαφορές, ακριβώς για να αποφεύγονται τα χειρότερα.

Με απλά λόγια; Η συνάντηση δεν παρήγαγε «άλμα» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παρήγαγε, όμως, κάτι που – στην τρέχουσα συγκυρία – μετράει. Μια συμφωνία να συνεχιστεί το μοτίβο των «ταραγμένων αλλά ελεγχόμενων νερών», χωρίς να διαφαίνεται άμεσα επικίνδυνη κλιμάκωση.