Νέα μελέτη από ερευνητές του Ινστιτούτου SETI (Search for Extraterrestrial Intelligence) υποδεικνύει ότι ο διαστρικός «διαστημικός καιρός» θα μπορούσε να κάνει δυσκολότερο τον εντοπισμό ραδιοσημάτων από εξωγήινους πολιτισμούς.
Η αστρική δραστηριότητα και η διαταραχή στο πλάσμα που βρίσκεται κοντά σε έναν πλανήτη από όπου εκπέμπονται σήματα μπορεί να προκαλέσει διεύρυνση σε ένα σήμα κανονικά στενού φάσματος, με αποτέλεσμα αυτό να απλώνεται σε περισσότερες συχνότητες και να γίνεται δυσκολότερος ο εντοπισμός του.
Επί δεκαετίες τα πειράματα του SETI εστίαζαν στην αναζήτηση για «εξάρσεις» σε συχνότητες- σήματα που είναι απίθανο να παράγονται από φυσικές αστροφυσικές διαδικασίες. Ωστόσο η νέα έρευνα υποδεικνύει κάτι άλλο: Ακόμα και αν ένας πομπός παράγει ένα πολύ «στενό» σήμα, αυτό μπορεί να μην παραμένει «στενό» φεύγοντας από το «μητρικό» σύστημα.
Στις περισσότερες αναζητήσεις για «technosignatures» (ίχνη χρήσης κάποιας τεχνολογίας), οι επιστήμονες λαμβάνουν υπόψιν παραμορφώσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα ενώ τα ραδιοκύματα ταξιδεύουν στο διαστρικό Διάστημα. Η έρευνα αυτή εστιάζει πιο κοντά στην πηγή: Οι διακυμάνσεις στην πυκνότητα πλάσματος στον διαστρικό άνεμο, καθώς και φαινόμενα όπως οι στεμματικές εκπομπές μάζας (CME) από το άστρο ενός συστήματος μπορούν να παραμορφώνουν ραδιοκύματα κοντά στο σημείο εκπομπής, πρακτικά «χαλώντας» τη συχνότητα του σήματος και κάνοντας πιο δύσκολο τον εντοπισμό και την «αναγνώρισή» του.
«Οι αναζητήσεις για σήματα SETI συχνά βελτιστοποιούνται για εξαιρετικά στενά σήματα. Αν ένα σήμα διευρυνθεί από το περιβάλλον του ίδιου του του άστρου, μπορεί να “γλιστρήσει” κάτω από τα όρια εντοπισμού μας, ακόμα και αν είναι εκεί, εν δυνάμει βοηθώντας να εξηγηθεί μέρος της σιωπής που έχουμε δει στην αναζήτηση technosignatures» είπε ο Βισάλ Γκατζάρ, αστρόνομος στο Ινστιτούτο SETI και επικεφαλής συγγραφέας του σχετικού επιστημονικού άρθρου.
Οι ερευνητές βασίστηκαν σε κάτι που μπορεί να μετρηθεί απευθείας: Τις μεταδόσεις από διαστημόπλοια που βρίσκονται στο Ηλιακό Σύστημα. Χρησιμοποιώντας μετρήσεις από ρομποτικά σκάφη, υπολόγισαν το πώς το πλάσμα διευρύνει τα σήματα και μετά προσάρμοσαν τις μετρήσεις σε ένα μεγάλο εύρος από άλλα αστρικά περιβάλλοντα. Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση ενός πρακτικού πλαισίου για τον υπολογισμό του βαθμού διεύρυνσης σε διαφορετικά είδη άστρων και την παρατήρηση συχνοτήτων, ειδικά υπό συνθήκες διαστημικού καιρού γύρω από ενεργά άστρα. Όπως προέκυψε, οι κόκκινοι νάνοι (περίπου το 75% των άστρων στον γαλαξία μας) παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα παραμόρφωσης σημάτων πριν καν αυτά βγουν από το σύστημά τους. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι αυτό υποδεικνύει την ανάγκη για στρατηγικές έρευνας ικανές να εντοπίζουν σήματα ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες.