Προσφυγικό - Μεταναστευτικό: Η Ελλάδα στην μέγγενη μεταξύ Γερμανικής και Τουρκικής πολιτικής

Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, φαίνεται ελάχιστα πιθανή η επικύρωση μιας Συμφωνίας κατάργησης της βίζας τόσο από το Ευρωκοινοβούλιο, όσο και από το σύνολο των χωρών - μελών της Ε.Ε., δεδομένου ότι, ανάλογα με το τι προβλέπεται στην κάθε χώρα, σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται απόφαση των εθνικών Κοινοβουλίων, ή ακόμα και έγκριση μέσω δημοψηφισμάτων, εφόσον αυτό ζητηθεί. Προκαλεί συνεπώς εντύπωση η εμμονή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υποτιθέμενη τήρηση της Συμφωνίας και η μονότονη και γραφειοκρατική αναφορά στην ανάγκη εκπλήρωσης των 72 συνολικά «τεχνικών» προϋποθέσεων, προκειμένου να υλοποιηθεί η κατάργηση της βίζας.
|
Open Image Modal
Matthew Dixon via Getty Images

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο προσφυγικό - μεταναστευτικό και οι προβληματισμοί σχετικά με την εφαρμογή της Συμφωνίας Ε.Ε. -Τουρκίας του περασμένου Μαρτίου δεν έχουν θεωρητικό μόνο χαρακτήρα : η αύξηση των ροών προς την Ελλάδα, αλλά και οι νέοι ωμοί εκβιασμοί της Τουρκίας φαίνεται να επιβεβαιώνουν την άποψη ότι οι ροές αυτές υποδαυλίζονται και ελέγχονται από το Τουρκικό κράτος, στην προσπάθειά του να αποκτήσει στρατηγικά πλεονεκτήματα στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Κατά την γνώμη μας, η συνεργασία Τουρκικών Κρατικών Υπηρεσιών με τα κυκλώματα των διακινητών δεν ήταν περιορισμένη και αποσπασματική, αλλά συστηματική και οργανωμένη, δεν αποκλείεται δε να χρηματοδότησε άλλες παράνομες πράξεις, όπως η ενίσχυση των ισλαμιστών ανταρτών στην Συρία.

Παράλληλα, η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία έδωσε την αφορμή σε «κυνήγι μαγισσών» και απηνείς διώξεις εναντίον οποιουδήποτε αντιτίθεται στην «δικτατορία» Ερντογάν και προσέθεσε νέα δεδομένα, όπως:

Στα δεδομένα αυτά προστίθεται η αλλαγή της προσέγγισης των Ευρωπαίων πολιτών στο προσφυγικό/μεταναστευτικό, αλλά και των πολιτικών τους εκπροσώπων, ως αποτέλεσμα των τρομοκρατικών επιθέσεων στην Γερμανία και Γαλλία, οι οποίες, πέραν των απωλειών σε ανθρώπινες ζωές, προκαλούν και τεράστια οικονομική ζημιά στις πληττόμενες χώρες. Ειδικά στην Γερμανία, σημείο καμπής ήταν οι οργανωμένες σεξουαλικές επιθέσεις εναντίον 1.200 περίπου Γερμανίδων την παραμονή του 2016, από πρόσφυγες που στην πλειοψηφία τους είχαν φτάσει στην χώρα το 2015.

Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, φαίνεται ελάχιστα πιθανή η επικύρωση μιας Συμφωνίας κατάργησης της βίζας τόσο από το Ευρωκοινοβούλιο, όσο και από το σύνολο των χωρών - μελών της Ε.Ε., δεδομένου ότι, ανάλογα με το τι προβλέπεται στην κάθε χώρα, σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται απόφαση των εθνικών Κοινοβουλίων, ή ακόμα και έγκριση μέσω δημοψηφισμάτων, εφόσον αυτό ζητηθεί.

Προκαλεί συνεπώς εντύπωση η εμμονή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υποτιθέμενη τήρηση της Συμφωνίας και η μονότονη και γραφειοκρατική αναφορά στην ανάγκη εκπλήρωσης των 72 συνολικά «τεχνικών» προϋποθέσεων, προκειμένου να υλοποιηθεί η κατάργηση της βίζας.

Εδώ αξίζει να επισημάνουμε ότι, σύμφωνα με στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανειλημμένα προχώρησε σε «εκπτώσεις» για την αξιολόγηση της προόδου της Τουρκίας στο θέμα αυτό, προκειμένου να αποφύγει «τριγμούς» στην Συμφωνία και δεχόμενη από πολλές πλευρές κριτική ότι κλείνει τα μάτια στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Από την μεριά της, η Τουρκία συστηματικά δεν λαμβάνει υπόψη τις Ευρωπαϊκές θέσεις, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι την παραμονή του πραξικοπήματος προχωρούσε σε νομοθετική ρύθμιση που προέβλεπε την μη ποινική δίωξη στρατιωτικών για όσα ενδεχομένως συμβούν κατά την διάρκεια «αντιτρομοκρατικών» επιχειρήσεων.

Η εκ πρώτης όψεως παράδοξη αυτή πολιτική της Ε.Ε., φαίνεται ότι υπαγορεύεται από τις επιλογές της Γερμανίδας Καγκελαρίου και τις αντίστοιχες πολιτικές της επιδιώξεις. Κατά το 2015, η διευκόλυνση της υποδοχής μεγάλου αριθμού Σύρων προσφύγων πιθανώς επηρεάστηκε από Μελέτες, όπως του ΔΝΤ ή της Ε.Ε. που αναφέρονταν στα οικονομικά πλεονεκτήματα της ενσωμάτωσης των προσφύγων ή ακόμα και από τις προσωπικές της πεποιθήσεις είναι πάντως γεγονός ότι τα εκλογικά ποσοστά της βελτιώθηκαν, σε βάρος των συμμάχων της Σοσιαλδημοκρατών.

Προκειμένου πλέον η Γερμανίδα Καγκελάριος να συγκρατήσει τις διαφαινόμενες απώλειες προς τα δεξιά ξενοφοβικά κόμματα, αλλά και να συσπειρώσει το δικό της κόμμα, είναι προφανές ότι έχει αλλάξει στάση, χωρίς όμως, για λόγους «πολιτικής ορθότητας», να αμφισβητεί δημοσίως τις προηγούμενες επιλογές της.

Το επόμενο διάστημα, η Καγκελάριος έχει ανάγκη διατήρησης, μιας έστω και τεχνητής, ισορροπίας στο θέμα αυτό και για χάρη της το «ιερατείο των Βρυξελλών» απεμπολεί ακόμα και πάγιους κανόνες πολιτικής συμπεριφοράς, όπως είναι η ανάγκη ύπαρξης ενός ρεαλιστικού εναλλακτικού σχεδίου (Plan B), που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών Ε.Ε. - Τουρκίας. Παρόμοια άποψη είχε ξαναδιατυπωθεί και στις παραμονές της Συμφωνίας Ε.Ε. - Τουρκίας, τον περασμένο Φεβρουάριο, όπου μάλιστα είχε αφεθεί να αιωρείται ότι το μοναδικό Plan B ήταν ο εγκλωβισμός των νέων προσφύγων στην Ελλάδα.

Μπροστά στην αδιέξοδη αυτή εμμονή της Γερμανίας, η Ελλάδα «αναγκάζεται» να προσαρμοστεί, έστω και άκομψα, αφού ο αρμόδιος Υπουργός κ. Μουζάλας, ο οποίος πρόσφατα, με συνέντευξή του σε Γερμανική εφημερίδα, ζήτησε την εκπόνηση ενός Plan B, υποχρεώθηκε στην συνέχεια να ανασκευάσει τις δηλώσεις του.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν;

Κατ΄ αρχήν θεωρείται αναγκαίο η Ελλάδα να προχωρήσει στην κατάρτιση ενός πρώτου (draft) εναλλακτικού σχεδίου δράσης και να ζητήσει επίσημα την περαιτέρω οριστικοποίηση και έγκρισή του από την Ε.Ε.. Στο σχέδιο αυτό θα καθορίζονται με ακρίβεια οι υποχρεώσεις της Ε.Ε. και οι περιπτώσεις αυτόματης υλοποίησής του. Το συνολικό πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί, θα διευκολυνθούν όμως οι σχετικοί μελλοντικοί χειρισμοί.

Γενικότερα, το ζητούμενο είναι να αποκτήσει η Ελλάδα μια μακροπρόθεσμη και συνεπή πολιτική στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, περιλαμβανομένου του προσφυγικού/μεταναστευτικού. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να προκύψει σαν αποτέλεσμα ώριμου διαλόγου και ανοιχτής συζήτησης από το σύνολο των Ελληνικών πολιτικών κομμάτων και την Ελληνική κοινωνία και με σκοπό την αποθάρρυνση των ανεξέλεγκτων προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών, με ταυτόχρονα πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Για διάφορους λόγους, μια τέτοια πολιτική είναι δύσκολο να εφαρμοστεί από την Κυβέρνηση. Όπως προανέφερα και σε άλλο κείμενο, με θέμα την τουρκική επιθετικότητα (που προσωπικά προβλέπω ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται), αλλά και για λόγους που σχετίζονται με την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης των υπογραφέντων Μνημονίων, κατά την γνώμη μου, το σχετικό έργο θα πρέπει να αναληφθεί από μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, που θα υποστηριχθεί από την υπάρχουσα Βουλή και θα υπηρετεί την Ελληνική κοινωνία.

Όσο μια τέτοια λύση καθυστερεί, αναμένεται τα προβλήματα να αυξάνονται, η πίεση της Γερμανίας και της Τουρκίας προς Ελλάδα και Κύπρο να μεγαλώνει και τα αδιέξοδα να γίνονται όλο και πιο ορατά.