Μια καλή εποχή για να διαβάσουμε Κώστα Καρυωτάκη

127 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή
|
Open Image Modal
.
commons wikimedia

Αν τις προηγούμενες δεκαετίες ελάχιστοι διάβαζαν ποίηση, ζούμε τώρα καιρούς στους οποίους τη χρειαζόμαστε. Για να χρειαστεί κανείς αληθινά την ποίηση, απαιτείται μια στοιχειώδης αίσθηση απελπισίας.

Σαν χθες, στις 30 Οκτωβρίου γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης το 1896. 

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν

τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,

διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν

για τελευταία φορά τα βήματά τους. 

Έτσι ξεκινά το ποίημα του, «Ιδανικοί αυτόχειρες». Στις 21 Ιουλίου του 1928 έγινε κι ο ίδιος αυτόχειρας με ένα πιστόλι, έχοντας κάνει κι άλλη απόπειρα να προκαλέσει τον θάνατό του με πνιγμό. «Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης», είχε γράψει στο σημείωμα που άφησε. 

 Όμως, δεν πρέπει να τον θυμόμαστε μόνο για αυτό, ούτε να τον ταυτίζουμε μόνο με τη θλίψη και την αυτοκαταστροφή του. Να μην ξεχνάμε πως στην εποχή του η αυτοκτονικότητα ήταν κάτι για το οποίο δεν λάμβανε κανείς ιατρική βοήθεια.  

Αν ταυτίζουμε τον Καρυωτάκη με τον πεσιμισμό μόνο, είναι λάθος. Τα ποιήματά του είναι γεμάτα ευφυία.

Το εμβληματικό του Ποίημα, «Πρέβεζα» είναι ένα ποίημα που μιλά για την άρρωστη Ελλάδα που υπάρχει ακόμη.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

Με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους 

Ζούμε όλοι στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη και περπατάμε ακόμη ανάμεσα στα πλήθη που περιγράφει, ανάμεσα σε υποκριτές επισήμους και την παράταιρη μπάντα της Κυριακής. 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

«Υπάρχω;», λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης. 

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας πέθαινε από αηδία…

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία. 

Ο Καρυωτάκης ήταν ίσως ένας ελεύθερος άνθρωπος, που πνιγόταν στη καθημερινότητα. Η ποίησή του δηλώνει την ανία, την περιφρόνηση απέναντι σε μια ζωή όπου σου ζητείται να κάνεις κάτι που δεν σε εκφράζει.

Στο ποίημα «Δημόσιοι Υπάλληλοι» γράφει με  κυνισμό:

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν

Σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία

(ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία

κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν) 

Στο υπέροχο ποίημα, «Δον Κιχώτες» περιγράφει τη μοίρα όσων λένε πως θα αλλάξουν τον κόσμο: 

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές, εγώ τούς είδα, μέσα

στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες

άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,

με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες. 

Ή στο ποίημα «Στροφές» μας περιγράφει σε λίγους στίχους μόνο το μαρτύριο των διανοούμενων: 

Είκοσι χρόνια παίζοντας

αντί χαρτιά βιβλία

είκοσι χρόνια παίζοντας

έχασα τη ζωή 

Αλλά και τη λαχτάρα για αυτό το κάτι άλλο, αυτό που συνεχώς ζητάς και ποτέ δεν βρίσκεις: 

Από όλα θέλω ελεύτερος

να πλέω στα χάη του κόσμου 

Στο ποίημα του «Ωχρά σπειροχαίτη» έγραψε για τη σύφιλη, το σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα από το οποίο έπασχε και το οποίο τον εμπόδισε να ολοκληρώσει τον έρωτά του με την ποιήτρια, Μαρία Πολυδούρη. 

…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,

στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν

 γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη

κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

Κάποιοι στίχοι του Καρυωτάκη θα μπορούσαν να μιλούν για τα όσα ζούμε σήμερα. 

Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει

Ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα

Των άδειων ημερών που τώρα ζούμε

Σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

 Και ίσως έχει γράψει το πιο όμορφο υπαρξιακό δίστιχο («Φθορά»): 

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.

 Στη «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» γράφει για τον εαυτό του: 

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.

Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,

νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή

μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που’ ναι.

 

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί

«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε

«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή

μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι;»

 Εκατόν είκοσι επτά χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Καρυωτάκη, λοιπόν. Αξίζει σε αυτόν τον ποιητή να τον θυμόμαστε όχι μόνο για την αυτοκτονία του, όχι μόνο για τη θλίψη του αλλά και για την αντίσταση του απέναντι στο γελοίο, απέναντι στη μέτρια, πληκτική ζωή που συχνά μας επιβάλλεται. Πάνω από όλα, είναι αξιοθαύμαστος για τη διάθεσή του να σαρκάσει τον εαυτό του την ώρα της μεγάλης απογοήτευσης. 

Ο λυρισμός του, ίσως σήμερα σε μια εποχή που γίνεται όλο και πιο στυγνή, φαντάζει κάπως ξεπερασμένος. 

Μα, όπως μας παροτρύνει και ο ίδιος:  

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

Στο μαύρο αδιέξοδο, την άβυσσο του νου…

 

 

 

 

 

«Αν έχετε σκέψεις αυτοκτονίας ή αν ανησυχείτε για κάποιο άλλο άτομο, μπορείτε να ζητήσετε βοήθεια στην 24ώρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018.»