Η βία δεν θα αντιμετωπιστεί ποτέ, αν απλώς μιλάμε γι’ αυτήν

Σκέψεις με αφορμή τη ροζ σημαία
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η τέχνη είναι πάντα ένας τρόπος για να εκφράζουν οι άνθρωποι τα συναισθήματά τους, τα πιστεύω τους, ακόμη και για να αγωνίζονται. Αλίμονο, όμως, αν αρκούμαστε σε αυτό ως λύση για τις κοινωνικές μας μάστιγες. Και δυστυχώς, αυτό συμβαίνει στην ωραία μας Ελλάδα, σε μια χώρα γεμάτη κοινωνικό προβληματισμό που όμως ξεπετάγεται έντονα ή και βίαια μόνο όταν υπάρξει κάποιο φρικτό έγκλημα ή κάποιος πολιτικός «σαματάς». Όπως π.χ. συνέβη με τη ροζ ελληνική σημαία.

Ουδέν πρόβλημα έχω βέβαια με το συγκεκριμένο εικαστικό έργο και το ότι το θέμα συζητήθηκε στη Βουλή είναι μάλλον ένα κακό δείγμα σε σχέση με το τι θεωρούν σοβαρό ή αναγκαίο να συζητιέται στη Βουλή.

Ο βασικός προβληματισμός μου έγκειται στο γεγονός ότι καταλήγουμε να κάνουμε κοινωνικό διάλογο για τις γυναικοκτονίες βασιζόμενοι στο θέμα της ροζ σημαίας. Ξέρουμε τι θα γίνει, θα διαφωνήσουν ακόμη μια φορά οι συντηρητικοί και οι προοδευτικοί. Θα εκφράσουν τις ιδέες τους για την πατρίδα, τη θρησκεία, τη θέση της γυναίκας και την έμφυλη βία. Μόνο που η βία κοστίζει ψυχές και ζωές. Κάποτε πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν αρκεί να μιλάμε για τη βία. Η βία δεν πρόκειται να μειωθεί, αν απλώς γράφουμε ή ζωγραφίζουμε ή φωτογραφίζουμε για αυτήν.

Αν αυτή η κοινωνία ενδιαφέρεται στ’ αλήθεια για την έμφυλη βία, θα μπορούσε ίσως να αρχίσει να ζητά κάποια πράγματα. Για παράδειγμα, δομές για κάποιες γυναίκες που τη βιώνουν, δομές που θα παρέχουν στέγη, ασφάλεια και ψυχική υποστήριξη, ώστε να σταθούν στα πόδια τους. Οι γυναίκες αυτές βιώνουν ψυχικό τραύμα. Ο ψυχισμός τους είναι σε περίπλοκη κατάσταση και επίσης έχουν και πρακτικές ανάγκες, τις οποίες πολλές φορές καλύπτει ο άνθρωπος που τις απειλεί, γι’ αυτό και επιστρέφουν σε αυτόν. Κανείς, όμως, δεν αναρωτιέται γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες δομές, κανείς δεν τις διεκδικεί. Ή θα μπορούσαμε να ζητάμε εκπαίδευση στους αστυνομικούς σε σχέση με το πώς θα αντιμετωπίζουν αυτές τις καταστάσεις. Ή προγράμματα πρόληψης στα σχολεία για να μειωθεί το φαινόμενο, για παράδειγμα, προγράμματα διαχείρισης θυμού σε παιδιά κι εφήβους. Ή προγράμματα ενδυνάμωσης γυναικών που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες.

Στη χώρα μας, όμως, αρκούμαστε απλώς στο να διαφωνούμε. Είναι σαν να έχουμε μία τύφλωση απέναντι στη δυνατότητα να υπάρχει η οποιαδήποτε αντιμετώπιση στα κοινωνικά μας προβλήματα. Εν τέλει, αυτή η τάση γίνεται ένα ακόμη κοινωνικό πρόβλημα. Μια φασαρία χωρίς ουσία που ξεκινά στη Βουλή, συνεχίζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα σαλόνια και καταλήγει στον υπερφορτωμένο μας εγκέφαλο χωρίς να μπορεί ποτέ να ωφελήσει κανέναν.

Εν κατακλείδι, είναι πολύ σημαντικό να ξεχωρίσουμε πότε ένας κοινωνικός διάλογος είναι γόνιμος, πότε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, πότε καταλήγει να γίνεται γελοίος, πότε γίνεται μόδα και πότε απλώς κάνουμε τους ευαίσθητους. Για να είναι γόνιμος, χρειάζεται γνώση και πληροφόρηση, έρευνα, αναζήτηση στοιχείων, ανοιχτό μυαλό και διάθεση να κατανοούμε όλες τις πλευρές ενός κοινωνικού φαινομένου. Κι ένας γόνιμος διάλογος θα καταλήξει κάπου, μόνο όταν στοχεύει προς την αναζήτηση πρακτικών λύσεων.

Αλλιώς μιλάμε για να μιλάμε και γράφουμε για να γράφουμε. Ενίοτε πενθούμε, για λίγο φυσικά. Μετά η ζωή συνεχίζεται κανονικά και η κοινωνία για μια φορά ακόμη απλώς κατανάλωσε τις παθογένειες της.