Εθνική ασφάλεια και κεκαλυμμένη δράση. Η περίπτωση των πυρκαγιών στην Ελλάδα

Ανάγκη, προς αντιμετώπιση κάθε είδους κεκαλυμμένων απειλών, η ενδυνάμωση των εθνικών πληροφοριακών δικτύων και η δημιουργία κουλτούρας εθνικής ασφαλείας
|
Open Image Modal
via Associated Press

Του Ελευθέριου Αντουνίδη, Δρ Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ασφαλείας και Πληροφοριών Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Χωρίς να είμαστε ειδικοί γύρω από την εκδήλωση δασικών πυρκαγιών θεωρούμε πως τέτοιες ξεσπάνε έχοντας λίγο έως πολύ είτε ανθρωπογενή, είτε μη ανθρωπογενή αίτια. Τα πρώτα δύναται να σχετιστούν με αμέλεια, λανθασμένο σχεδιασμό / υπολογισμό, βλέπε «κακιά ώρα» κ. λ. Εντούτοις δεν είναι μόνον αυτά. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει έχει να κάνει με κάτι σκοτεινό: την εκ προθέσεως πρόκληση πυρκαγιάς με σκοπό την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος που αυτή με τη σειρά της εξυπηρετεί το άλφα ή βήτα πλάνο ή ακόμα και τον άρρωστο ψυχισμό του εμπρηστή.

Αν αποκλείσουμε ως ελατήριο εσκεμμένης πύρινης καταστροφής και αποψίλωσης μιας περιοχής κάτι ταπεινό (βλέπε, λ. χ., οικοπεδοποίηση και γενικότερα εμπορική εδαφική χρήση / εκμετάλλευση) ή την ψυχοπαθολογία του δράστη, τότε, οφείλουμε να υποθέσουμε το εξής: μήπως οι φωτιές που ενσκήπτουν σε ευαίσθητες ακριτικές περιοχές (και όχι μόνο) κινητροδοτούνται από την εκ μέρους ενός κρατικού δρώντα πρόθεση πρόκλησης ζημίας κατά ενός άλλου (εν προκειμένω της Ελλάδας); Δεχόμενοι μια τέτοια πιθανότητα κατανοούμε τους κινδύνους που εγείρονται -εάν και εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα- για την εθνική ασφάλεια του δεχόμενου την ασύμμετρη ή υβριδική αυτή επίθεση.

Στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών / υπηρεσιών Πληροφόρησης (που θεσμικά καλούνται να προάγουν την κρατική / εθνική ασφάλεια και τη μακροστρατηγική μιας πολιτείας) το «μυστικό των μυστικών» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη λεγόμενη κεκαλυμμένη δράση (covert action). Αυτή αποσκοπεί, μεταξύ πολλών άλλων, στην (όποια) τριβή / φθορά του αντιπάλου υπό έναν απαράβατο όμως όρο: ο φθοροποιός επουδενί πρέπει να διακινδυνεύσει την αποκάλυψη της ταυτότητάς του. Ειδικότερα…

Αν η κατασκοπευτική δράση αποτελεί δράση που συχνά πυκνά προκαλεί διακρατικές εντάσεις, η κεκαλυμμένη είναι απολύτως απαράδεκτη. Η μεν πρώτη, η κατασκοπευτική, χωρίς βέβαια αυτό να δηλώνεται, δεικνύει κατά το μάλλον ή ήττον δραστηριότητα αποδεκτή / κατανοητή από τους κρατικούς δρώντες όσο και αν αυτό ξενίζει τον αναγνώστη (βλέπε τη φήμη που απολαμβάνουν οργανισμοί όπως η CIA, η βρετανική MI5, η ισραηλινή Mossad, η ρωσική FSB κ. ά.).

Όμως η δεύτερη, η κεκαλυμμένη, ουδόλως δύναται να βρει συνηγόρους στη διεθνή κοινότητα πολλώ δε μάλλον στο διεθνές δίκαιο. Αυτό διότι ενώ το «δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα», του κατασκόπου και της κατασκοπείας / αντικατασκοπείας, έχει κατοχυρωθεί στην κρατική συνείδηση ως εργαλείο πολιτικών και άλλων ειδικότερων στρατηγικών, η κεκαλυμμένη δράση θεωρείται και είναι εργαλείο επίβουλης και μάλιστα αταυτοποίητης επέμβασης ενός παράγοντα στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου. Ακριβώς εδώ, και πρωτίστως στο επιδιωκόμενο αταυτοποίητο, έγκειται η αντίδραση που προκαλεί η όποια αποκαλυφθείσα κεκαλυμμένη δράση.

Σχηματικά μπορούμε να το θέσουμε και ως εξής: η κατασκοπεία συνιστά κλοπή, η κεκαλυμμένη δράση «βιασμό»… η κατασκοπεία προκαλεί πόλεμο κατασκόπων, το covert action συνιστά εισβολή ανώνυμου μη ταυτοποιημένου δρώντα (ωσάν στρατιώτου χωρίς διακριτικά) σε ξένο κοινωνικό ιστό. Η ποιοτική per se διαφορά καθίσταται, θεωρούμε, εμφανώς ορατή.

Αυτός λοιπόν που καταφεύγει στο covert action οφείλει να σκεφτεί πολλάκις ότι στο διεθνές δίκαιο δεν υπάρχουν πρόνοιες περί τούτου εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει με την κατασκοπεία… να γιατί το αταυτοποίητο του δρώντα αποτελεί εδώ conditio sine qua non. Κατά την έννοια τούτη ο δράστης, προκειμένου να αποφύγει την ταυτοποίησή του, θα επιχειρήσει, όχι πάντα, την διά αντιπροσώπου υλοποίηση των σχεδίων του.

Κάτι άλλο που καλό είναι να έχουμε κατά νου είναι το ακόλουθο: η κεκαλυμμένη δράση δεν είναι απαραιτήτως και πάντα μυστική υπό τη δηλωτική έννοια του όρου «μυστικός». Μυστική δράση στην κυριολεξία είναι η δράση ενός κατασκόπου. Το ενδιαφέρον του τελευταίου επικεντρώνεται στην αορατότητα των πράξεών του, τη στιγμή, μάλιστα, που η αποκάλυψή του δεν εγκυμονεί, θεωρητικά, ιδιαίτερους για αυτόν κινδύνους υπό την προϋπόθεση, τουλάχιστον, της κάλυψής του από κάποια διπλωματική ασυλία. Από την άλλη μεριά μια κεκαλυμμένη δράση δεν είναι πάντα μια αόρατη, μια «μυστική» δράση. Και πώς αυτό θα μπορούσε να καταστεί δυνατό; Μια, π. χ., ανθρωπογενής πυρκαγιά που εξαϋλώνει ένα δάσος θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη; Να κρατηθεί μυστική; Αόρατη; Ασφαλώς όχι… το κεκαλυμμένο της υπόθεσης αφορά στην ταυτότητα του δρώντα, ενός δρώντα που λειτουργεί νομικά και διεθνοπολιτικά καταλυτικά ακάλυπτος γνωρίζοντας πως ο «χειριστής» του σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά θα αποποιηθεί κάθε ευθύνη καταφεύγοντας εάν έχει προνοήσει (και σίγουρα έχει) στη λεγόμενη δυνατότητα εύλογης αρνήσεως (plausible deniability).

Τα ανωτέρω σε συνδυασμό με ψιθύρους και εικασίες περί πρόκλησης δασικών πυρκαγιών στην περιοχή του Έβρου (και) από εισερχόμενα παρανόμως στη χώρα άτομα διασχίζοντα τον συνοριακό ποταμό μάς ωθούν να υποθέσουμε πως ακριβώς αυτές οι πυρκαγιές ίσως δεν αποτελούν στο σύνολό τους παρεπόμενο παραλήψεων και αβλεψιών (βλέπε μια εστία που δημιουργήθηκε για παροχή θερμότητας προς προπαρασκευή τροφής ή για προστασία από το ψύχος και διέλαθε της προσοχής ή δεν κατασβήσθηκε προσεκτικά) αλλά αποτέλεσμα κακόβουλης δράσης εκπορευθείσας από εξωτερικό παράγοντα μέσω τρίτων, μέσω επαγγελματιών ή ευκαιριακά δεχόμενων την αποστολή «πρακτόρων». Σκοπός; Η αποψίλωση της περιοχής είτε για στρατιωτικούς λόγους, είτε για οικονομικούς, είτε για κοινωνικούς, είτε για αδιόρατους άλλους, πάντως για λόγους που έχουν να κάνουν με τη διασάλευση της ημών κρατικής, εθνικής, κοινωνικής ασφαλείας και τάξεως.

Σε κάθε περίπτωση οι ελληνικές υπηρεσίες γνωρίζουν το (υποθετικό) σενάριο του οποίου η (υποθετική) αποκάλυψη και δύσκολη είναι και ικανή να δημιουργήσει πολιτικές / διπλωματικές περιπλοκές εμπλέκοντας γείτονες (;) και ίσως όχι μόνο χώρες. Ευχή μας είναι η μη επαλήθευση των υποδηλωμένων και πάντα υποθετικών φόβων που δυνητικά άπτονται της εθνικής μας κυριαρχίας. Επίσης, προς αντιμετώπιση κάθε είδους «αόρατων ή κεκαλυμμένων» απειλών, ευχή αποτελεί η ενδυνάμωση των εθνικών πληροφοριακών δικτύων όπως και η δημιουργία κουλτούρας εθνικής ασφαλείας που φοβόμαστε πως λείπει σε κάποιο, μικρό ή μεγάλο, ποσοστό από το εγχώριο πολιτικό προσωπικό.