Σερβιτόροι της Ευρώπης από επιλογή (;)

H αθρόα εισροή τουριστών δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί, δεν είναι βιώσιμη.
Open Image Modal
via Associated Press

Στο πρόσφατο περιστατικό που έλαβε χώρα στη Ρόδο και κυριάρχησε στις συζητήσεις, υπάρχουν ερωτήματα και ζητήματα που ξεφεύγουν από το αμιγώς νομικό και φέρνουν στην επιφάνεια αξιακές παραδοχές και μεταστροφές που έχουν ήδη συντελεστεί στην κοινωνία και τα αποτελέσματά τους γίνονται πλέον ορατά, με εμφατικό τρόπο. 

Η πρώτη βασική συνειδητοποίηση από το συγκεκριμένο περιστατικό - που μόνο μεμονωμένο δεν είναι– είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δεν βρίσκει τίποτα το μεμπτό ή περίεργο απέναντι στην εικόνα του βουτηχτή σερβιτόρου. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αφού δεν έχει πρόβλημα ο ίδιος, εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Ωστόσο, αυτή είναι μία μάλλον επιδερμική αντίληψη η οποία ξεπερνά, άκριτα και χωρίς πολλή σκέψη, ένα κοινωνικό - φιλοσοφικό ερώτημα: μπορεί ένα καλό αντάλλαγμα να καθιστά αποδεκτή τη διενέργεια πράξεων οι οποίες προσβάλλουν την αυταξία σου ως άτομο και θίγουν τον πυρήνα της αξιοπρέπειας σου; Με άλλη διατύπωση, επειδή δεν απαγορεύεται ρητά, σημαίνει ότι επιτρέπεται; Και με ποια κριτήρια αποφασίζουμε αν επιτρέπεται; Περαιτέρω, ένα ακόμη ερώτημα: πόσο “ελεύθερη” είναι η αποδοχή της συγκεκριμένης εργασιακής συνθήκης;

Αναφορικά με τα πρώτα ερωτήματα, θα αναφέρουμε δύο παραδείγματα ως έναυσμα προβληματισμού μάλλον παρά βέβαιης απάντησης: 

Πρώτον, στη Γαλλία μέχρι το 1995 αρκετοί άνθρωποι με νανισμό εργάζονταν σε τσίρκα όπου τους πετούσαν μέσα από κανόνια. Αυτή η πρακτική απαγορεύτηκε με διοικητική πράξη και οι ίδιοι οι νάνοι προσέφυγαν στο ΣτΕ γιατί θεωρούσαν ότι προσβάλλεται το δικαίωμά τους στην εργασία (δεν έβρισκαν εύκολα άλλες δουλειές). Η απόφαση του Γαλλικού ΣτΕ έκριναν ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπερτερεί του δικαιώματος στην εργασία και αυτή η απαγόρευση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. 

Δεύτερον, το 1974, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς υλοποίησε στο Studio Morra της Νάπολης ένα πρότζεκτ με την ονομασία Rhythm 0, για τους σκοπούς του οποίου θα έμενε ακίνητη για έξι ώρες ενώ οι επισκέπτες θα μπορούσαν να κάνουν σε αυτήν ό,τι ήθελαν, χρησιμοποιώντας ένα από τα 72 αντικείμενα που είχαν τοποθετηθεί σε ένα τραπέζι. Καθώς περνούσαν οι ώρες, οι συμμετέχοντες προχώρησαν στις εξής πράξεις: έσκισαν τα ρούχα της με ξυράφι, κόλλησαν αγκάθια τριαντάφυλλου στο στομάχι της, της προκάλεσαν πληγές, στόχευσαν το κεφάλι της με όπλο ενώ κάποιοι προχώρησαν και σε σεξουαλικού χαρακτήρος πράξεις. Η ίδια δεν αντιδρούσε, θέλοντας να εμφανιστεί ως άτομο που έχει απολέσει την εξουσία επί του εαυτού της. Καθώς κλιμακώνονταν οι επιθετικού χαρακτήρα ενέργειες εναντίον της, σχηματίστηκε γύρω της ένας πυρήνας συμμετεχόντων που προσπάθησε να την προστατεύσει.

Δια του πειράματος αυτού, αναδεικνύεται η σκιώδης πτυχή του ανθρώπου, ο οποίος, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, ελλείψει δηλαδή της κοινωνικής μομφής και της νομικής τιμωρίας, μπορεί άμεσα και εύκολα να γίνει βίαιος, υποκύπτοντας σε ένστικτα που η εκπολιτισμένη κοινωνία -θεωρητικά- έχει τιθασεύσει και η οποία καλείται να αντιδράσει.   

Ως προς την ερώτηση που αφορά την ελευθερία της επιλογής, ελεύθερη θα ήταν η επιλογή του βουτηχτή σερβιτόρου αν επέμενε στην επιλογή αυτής της εργασίας έναντι μίας άλλης με τον ίδιο μισθό, η οποία όμως δεν θα συμπεριλάμβανε το καθεστώς “βουτηχτή”. Από αυτή την αφετηριακή παραδοχή κατευθυνόμαστε στο ζήτημα των επιλογών, πρωτίστως κοινωνικών οι οποίες εν τέλει επικαθορίζουν και δεσμεύουν τις ατομικές.

Η ελληνική κοινωνία φαίνεται ότι έχει επιλέξει ένα παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης το οποίο προϋποθέτει και αποδέχεται ως εργατικό δυναμικό “τα παιδιά για όλες τις δουλειές”. Λαμβανομένης υπ’ όψιν της πρωτοκαθεδρίας του κλάδου του τουρισμού έναντι των λοιπών κλάδων της οικονομίας, η απασχόληση του -συνήθως νέου- εργαζόμενου “για σεζόν” δεν αποτελεί πραγματική επιλογή αλλά επιβεβλημένη από την κοινωνική πραγματικότητα αναγκαιότητα, η οποία και αντικατοπτρίζει το κοινωνικό αδιέξοδο. 

Η ελληνική κοινωνία επέλεξε να μην θέσει ως πρόταγμά της την καλλιέργεια ανθρώπων παιδευμένων, δυναμικών, καταρτισμένων, οι οποίοι θα είχαν όλα τα εχέγγυα να υποστηρίξουν μία στέρεα οικονομική ανάπτυξη, η οποία θα μπορούσε να καινοτομεί και να ανατροφοδοτείται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες σε αυτή, ώστε να προσαρμόζεται με επιτυχία στις αλλαγές και να απορροφά τους κλυδωνισμούς. Η μόνη εξειδίκευση που ζητά η Ελλάδα είναι “να κρατάς καλά το δίσκο”, το οποίο με τη σειρά του προϋποθέτει ότι βρίσκεσαι σε μία τέτοια κοινωνική και οικονομική συνθήκη (άλλως εξαθλίωση) όπου το φιλοδώρημα και ο μισθός από μία τέτοια δουλειά είναι η μόνη λύση για την επιβίωσή σου. 

Είναι προφανές ότι το ζήτημα που εξετάζουμε συνδέεται άμεσα με την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που αποτελεί για τη χώρα μία χαίνουσα πληγή. Σχολές που δεν έχουν λόγο ύπαρξης, χωρίς αντικείμενο στη σύγχρονη οικονομία (ίσως και στη σύγχρονη πραγματικότητα), απολύτως αποσυνδεδεμένες από την αγορά εργασίας. Διαιωνίζοντας το μεταπολιτευτικό άγχος του “να πάρει το παιδί ένα χαρτί”, καταλήγουμε στο τριπλό αδιέξοδο του να έχουμε πτυχιούχους χωρίς επάγγελμα, πολυάριθμες αλλά άχρηστες σχολές και έλλειψη των εργαζομένων που χρειάζεται η αγορά. Τα ανωτέρω σαφέστατα επιτείνουν το συλλογικό κοινωνικό αδιέξοδο και εμπεδώνουν το συναίσθημα της συλλογικής αποτυχίας. 

Εξ άλλου, εντάσσοντας το περιστατικό στην ευρύτερη εικόνα του ελληνικού τουρισμού, ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα ως προς τα ποιοτικά και αισθητικά χαρακτηριστικά του παρεχόμενου τουριστικού προϊόντος. Σε προσωπικό επίπεδο, η εικόνα του βουτηχτή σερβιτόρου κατεγράφη ως εικόνα απελπισίας και απόγνωσης. Η Ελλάδα που προέβαλε μέσα από αυτό το περιστατικό είναι η εικόνα του εξαγορασμένου, δουλικού Έλληνα που θα κάνει τα πάντα προκειμένου ο (ξένος) τουρίστας να αφήσει τα λεφτά του. Η πηγή αυτής της συμπεριφοράς είναι η -δικαιολογημένη- ανασφάλεια για το προσφερόμενο προϊόν. 

Αναλυτικότερα, το τουριστικό προϊόν της Ελλάδας δεν διαφοροποιείται σε κάτι από τα ανταγωνιστικά σε αυτό του εξωτερικού, αντιθέτως τα μιμείται ανεπιτυχώς. 

Ουδέποτε συνδέθηκε ο τουρισμός με την τοπική κοινωνία ώστε να δημιουργηθούν αυτοτροφοδοτούμενες – αυτοεξυπηρετούμενες κοινότητες. Ενδεικτικά, η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή μίας περιοχής θα έπρεπε να αποτελεί το βασικό τροφοδότη των τουριστικών καταλυμάτων και των καταστημάτων εστίασης, δημιουργώντας έτσι τις βάσεις για την ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας. 

Ουδέποτε συνδέθηκε ο τουρισμός με τον πολιτισμό και την παράδοση της χώρας, ούτε αξιοποιήθηκε ως μοχλός προβολής ήπιας ισχύος. Η Ελλάδα είναι σπαρμένη με τη μνήμη του Δυτικού κόσμου, είναι η μήτρα του Δυτικού πολιτισμού. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, θα έπρεπε να “τρέχουν” καμπάνιες συνδυαστικής ανάδειξης τουριστικών προορισμών με ιστορικές αναφορές. Χαρακτηριστικό και επίκαιρο παράδειγμα, το νέο Πολυκεντρικό Μουσείο των Αιγών, τέκνο της Αγγελικής Κοτταρίδη και όραμα του Μανόλη Ανδρόνικου, θα έπρεπε να είχε γίνει κεντρικός πυλώνας καμπάνιας για την προβολή και ανάδειξη της ιστορίας της Μακεδονίας και της διαχρονικής ελληνικής ταυτότητάς της.  

Ουδέποτε έχει γίνει εκτίμηση του αριθμού των τουριστών που μπορούν να εξυπηρετήσουν και να καλύψουν επαρκώς  οι υπάρχουσες κρατικές υποδομές (υγείας, καθαριότητας, διατροφής, αποβλήτων). Με άλλη διατύπωση, η αθρόα εισροή τουριστών, η οποία επί της ουσίας πολλαπλασιάζει τους ανθρώπους, τους οποίους οι δημοτικές και κρατικές αρχές πρέπει να εξυπηρετήσουν, και μάλιστα σε ανώτερο επίπεδο ποιότητας, δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί, δεν είναι βιώσιμη.  

Ουδέποτε έγινε μία σοβαρή οικονομική μελέτη ώστε να στοχευθούν συγκεκριμένα κοινά και να προσαρμοστούν οι τουριστικές υπηρεσίες αναλόγως. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν του γεγονότος ότι ευρύτερα στην Ευρώπη οι πληθωριστικές τάσεις δημιουργούν συνθήκες οικονομικής στενότητας για τον μέσο Ευρωπαίο που -υποτίθεται- είναι ο βασικός καταναλωτής της προσφερόμενης υπηρεσίας, ο στόχος πλέον πρέπει να μετατοπισθεί από αύξηση της τουριστικής ροής σε επίπεδο αριθμών σε αύξηση της δαπάνης των τουριστών σε χρήμα. 

Καταληκτικά, ενυπάρχει μία φαιδρότητα και μία αθλιότητα σε αυτό που ονομάζουμε “ελληνικό τουριστικό προϊόν”, ένας εθνικός εξευτελισμός. Ο Έλληνας στη μακραίωνη ιστορία του δεν υπηρέτησε ποτέ. Και όμως είδαμε στην οθόνη μας τη στιγμή που ταπεινώνεται -μη γελιόμαστε, περί ταπείνωσης πρόκειται- για να εξυπηρετηθεί και να χαλαρώσει ένας τυχαίος τουρίστας. Γίναμε μάρτυρες της εξαθλίωσης και της εξαχρείωσης, απότοκες και οι δύο του κωστοπούλειου life-style της μεταπολίτευσης, αποτέλεσμα των οποίων είναι ένας λαός, άλλοτε περήφανος και αξιοπρεπής, να είναι γονυπετής για μία δεκάρα.