Υπάρχουν εικόνες που σε κάνουν να γελάς. Υπάρχουν εικόνες που σε κάνουν να λες «εντάξει, αυτό είναι πετυχημένο». Και υπάρχουν και εικόνες που, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, συμπυκνώνουν ολόκληρη την ελληνική ψυχή: ποδόσφαιρο, καπνός, ψησταριά, καφές, παρέα, αυτοσχεδιασμός και εκείνη η ακατανίκητη βεβαιότητα ότι ακόμα και στο Μουντιάλ, κάποιος Έλληνας θα βρει τρόπο να ρωτήσει: «Να βάλω κι άλλο κάρβουνο;»
Η εικόνα που ανέβηκε στο Facebook και την βρήκε ο συνάδελφος και καλός μου φίλος Πάνος Κολιοπάνος, είναι από εκείνες που δεν χρειάζονται μεγάλη ανάλυση. Τη βλέπεις και καταλαβαίνεις αμέσως.
Υποτίθεται ότι βρισκόμαστε σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου. Κανονικά, στο hydration break οι παίκτες πίνουν νερό, παίρνουν οδηγίες από τον προπονητή, σκουπίζουν τον ιδρώτα και επιστρέφουν στο παιχνίδι.
Στην ελληνική εκδοχή όμως, το διάλειμμα ενυδάτωσης δεν θα ήταν ποτέ τόσο φτωχό.
Θα είχε ψησταριά.
Θα είχε καπνό.
Θα είχε αρνί στη σούβλα.
Θα είχε καφέδες.
Θα είχε κάποιον να κρατάει πλαστικό ποτήρι με καλαμάκι και να κοιτάζει το γήπεδο σαν να περιμένει να δει αν το παϊδάκι «θέλει λίγο ακόμα».
Και βεβαίως, θα είχε τον διαιτητή να αναρωτιέται αν αυτό προβλέπεται από τους κανονισμούς της FIFA ή αν χρειάζεται on field review.
Γιατί στην Ελλάδα, φίλε μου, το διάλειμμα δεν είναι απλώς διάλειμμα. Είναι θεσμός.
Είναι μικρό Πάσχα.
Είναι οικογενειακό τραπέζι.
Είναι «κάτσε πέντε λεπτά να φάμε κάτι πρόχειρο» και μετά ξημερώνει.
Η ιδέα και μόνο ότι οι παίκτες της Εθνικής θα σταματούσαν για ενυδάτωση και θα έβρισκαν μπροστά τους απλώς μπουκάλια νερού είναι σχεδόν προσβλητική για την ελληνική παράδοση. Δηλαδή τι είμαστε; Άνθρωποι χωρίς πολιτισμό;
Στην ελληνική εκδοχή του Μουντιάλ, η τεχνική οδηγία του προπονητή θα ήταν περίπου έτσι:
«Πιέζουμε ψηλά, κλείνουμε τους χώρους, προσέχουμε τις κάθετες μπαλιές και μη μου φάει κανείς το τελευταίο κομμάτι πανσέτα».
Ο γυμναστής θα κρατούσε ισοτονικά, αλλά κάπου δίπλα θα υπήρχε και ένας θείος που θα έλεγε:
«Άσε τα χημικά, παιδί μου. Πιες μια πορτοκαλάδα και φάε ψωμάκι να στανιάρεις».
Ο φυσικοθεραπευτής θα έβαζε πάγο στον τραυματισμένο αστράγαλο και ταυτόχρονα κάποιος από τον πάγκο θα ρωτούσε:
«Πάγο έχουμε και για τους καφέδες;»
Το πιο ωραίο στην εικόνα δεν είναι μόνο το αστείο. Είναι ότι, όσο υπερβολική κι αν φαίνεται, έχει μέσα της μια τρομακτική αλήθεια.
Η Ελλάδα μπορεί να μην βρίσκεται πάντα στο Μουντιάλ, αλλά το Μουντιάλ βρίσκεται πάντα στην Ελλάδα με κάποιον τρόπο. Στις καφετέριες, στα σπίτια, στα μπαλκόνια, στα πρακτορεία, στις παρέες, στις φωνές, στα «εγώ το έλεγα από την αρχή» και στα «αν ήμουν εγώ προπονητής».
Και αν ποτέ διοργανώναμε ή συμμετείχαμε με αυτό το ύφος, τίποτα δεν θα ήταν απλό.
Η είσοδος των ομάδων δεν θα γινόταν με παιδάκια που κρατούν τους παίκτες από το χέρι. Θα γινόταν με κλαρίνα.
Ο εθνικός ύμνος θα παιζόταν κανονικά, αλλά μετά κάποιος θα ζητούσε «ένα ζεϊμπέκικο για τον αρχηγό».
Τα αποδυτήρια θα μύριζαν μαστίχα, καφέ και αποδυτηριακή αλοιφή.
Το VAR θα λεγόταν «για να το δούμε λίγο, γιατί κάτι μου βρωμάει».
Και ο τέταρτος διαιτητής δεν θα σήκωνε απλώς πινακίδα για καθυστερήσεις. Θα έλεγε:
«Πέντε λεπτά καθυστερήσεις, εκτός αν δεν έχει γίνει ακόμα το κοντοσούβλι».
Η σκηνή με τους Έλληνες παίκτες να κάνουν διάλειμμα ανάμεσα σε καπνούς και ψητά είναι τόσο ελληνική, που σχεδόν ακούς τον ήχο.
Ακούς κάποιον στην εξέδρα να φωνάζει:
«Ρίξ’ του ρίγανη!»
Ακούς άλλον να σχολιάζει:
«Ο δεξιός μπακ δεν μαρκάρει, αλλά στο ψήσιμο είναι τίμιος».
Ακούς τον εκφωνητή να προσπαθεί να κρατήσει επαγγελματικό τόνο:
«Κυρίες και κύριοι, προσωρινή διακοπή για ενυδάτωση, με τους διεθνείς να παίρνουν οδηγίες, νερό και, όπως φαίνεται, ένα μικρό μεζεδάκι».
Και φυσικά, ακούς τον κλασικό Έλληνα φίλαθλο που ξέρει τα πάντα:
«Εγώ θα έβαζα τον φορ νωρίτερα. Και θα γύριζα και το αρνί κάθε τρία λεπτά, όχι έτσι άτσαλα».
Το σπουδαίο είναι ότι αυτή η εικόνα δεν κοροϊδεύει απλώς την Ελλάδα. Την αγαπάει. Την πειράζει με τρυφερότητα.
Γιατί ναι, είμαστε η χώρα που μπορεί να μετατρέψει το πιο αυστηρά οργανωμένο αθλητικό γεγονός του πλανήτη σε αυλή, γιορτή, παρέα και τραπέζι.
Είμαστε η χώρα που στο «πίνουμε νερό και συνεχίζουμε» απαντάει:
«Νερό, ναι. Αλλά νηστικοί θα παίξουμε;»
Είμαστε η χώρα που δεν καταλαβαίνει από αποστειρωμένα διαλείμματα. Θέλει ατμόσφαιρα. Θέλει μυρωδιά. Θέλει κουβέντα. Θέλει κάποιος να πει «έλα, κάτσε λίγο» και να το εννοεί για τις επόμενες τρεις ώρες.
Ακόμα και μέσα στο γήπεδο, ακόμα και με τους αντιπάλους να περιμένουν, ακόμα και με εκατομμύρια τηλεθεατές, η ελληνική ψυχή θα έβρισκε τρόπο να απλώσει τραπεζάκι.
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα έγινε τόσο αγαπητή. Γιατί είναι παράλογη, αλλά όχι ξένη. Είναι υπερβολική, αλλά όχι ψεύτικη. Είναι meme, αλλά μοιάζει με ντοκιμαντέρ από ένα παράλληλο σύμπαν όπου η FIFA άφησε την Ελλάδα να αναλάβει «λίγο την επιμέλεια».
Και ξέρουμε όλοι πολύ καλά τι θα γινόταν μετά.
Στο πρώτο hydration break θα έμπαινε η ψησταριά.
Στο δεύτερο θα εμφανιζόταν ένας δίσκος με καφέδες.
Στην παράταση θα άνοιγε τάπερ.
Στα πέναλτι θα υπήρχε κάποιος που θα έλεγε:
«Μην αγχώνεσαι, παιδί μου. Έλα φάε κάτι γλυκό να ανέβει το ζάχαρο».
Και αν η Ελλάδα κέρδιζε;
Τότε το Μουντιάλ δεν θα είχε τελετή απονομής.
Θα είχε γλέντι.
Με τους παίκτες να σηκώνουν το τρόπαιο, τον προπονητή να κάνει δηλώσεις δίπλα στη σούβλα και τον κόσμο να φωνάζει:
«Σήκωσέ το, το τιμημένο και γύρνα και το αρνί, γιατί πήρε από τη μία».
Αυτή είναι η Ελλάδα στην καλύτερη σατιρική της εκδοχή.
Μια χώρα που ακόμα και όταν διψάει, δεν ζητάει απλώς νερό.
Ζητάει τραπέζι.
Ζητάει παρέα.
Ζητάει φωτιά, καπνό, καφέ, χιούμορ και λίγο χώρο στο γήπεδο για να στηθεί η σούβλα.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο ελληνικό hydration break που θα μπορούσε να υπάρξει.
Όχι γιατί ξεδιψάει τους παίκτες.
Αλλά γιατί ξεδιψάει εμάς τους υπόλοιπους από μια ανάγκη που την έχουμε πάντα: να βλέπουμε τον εαυτό μας και να γελάμε και να γλεντάμε