Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Δεν είναι πια ατμόσφαιρα γηπέδου. Δεν είναι πια «ένταση τελικών». Δεν είναι πια το γνωστό ελληνικό άλλοθι ότι “έτσι είναι αυτά τα παιχνίδια”. Είναι κατηφόρα. Και μάλιστα επικίνδυνη.

Η ανάρτηση του Εργκίν Αταμάν μετά τον τρίτο τελικό του ελληνικού πρωταθλήματος μπάσκετ δεν μπορεί να περάσει σαν ακόμη μία επικοινωνιακή έκρηξη ενός προπονητή που ζει έντονα τα παιχνίδια. Κάθε άλλο. Ο προπονητής του Παναθηναϊκού έγραψε ότι σε όλη τη διάρκεια του αγώνα ακούγονταν υβριστικά συνθήματα εναντίον της πατρίδας του, της Τουρκίας. Και απάντησε με τον δικό του τρόπο: ότι είναι περήφανος που είναι Τούρκος, αλλά ταυτόχρονα αγαπά και σέβεται βαθιά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, τον οποίο θεωρεί αδελφό λαό.

Advertisement
Advertisement

Ας σταθούμε εδώ.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να αποδοκιμάζεις έναν προπονητή. Άλλο να τον βρίζεις, που και αυτό είναι απαράδεκτο. Και εντελώς άλλο να βρίζεις την πατρίδα του. Να βρίζεις έναν λαό. Να μετατρέπεις ένα γήπεδο μπάσκετ σε εξέδρα εθνικιστικής χυδαιότητας.

Ναι, με την Τουρκία έχουμε γνωστά και σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ναι, υπάρχουν εντάσεις, διαφορές, ανοιχτά μέτωπα, ιστορικές πληγές. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη σοβαρότητα. Δεν λύνεται κανένα ελληνοτουρκικό θέμα με υβριστικά συνθήματα σε ένα κλειστό γήπεδο. Δεν υπερασπίζεσαι την Ελλάδα βρίζοντας την Τουρκία. Το μόνο που πετυχαίνεις είναι να μικραίνεις τη δική σου χώρα.

Και εδώ είναι που η ιστορία γίνεται ακόμα πιο θλιβερή. Διότι δεν είναι μονόπλευρη. Δεν είναι ότι από τη μία πλευρά υπάρχει πολιτισμός και από την άλλη βαρβαρότητα. Η κατάσταση έχει ξεφύγει συνολικά. Κυρίως στο μπάσκετ. Κυρίως ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Και την ευθύνη δεν την έχουν μόνο οι εξέδρες.

Την έχουν και προπονητές. Στο γήπεδο με την συμπεριφορά τους ή υβριστικές τους κραυγές στους αποδυτηριακούς διαδρόμους.
Την έχουν και παράγοντες. Είτε με εμπρηστικές συμπεριφορές είτε με προβληματική σιωπή.
Την έχουν και όσοι πυροδοτούν, υπονοούν, χαϊδεύουν, ανέχονται ή κάνουν ότι δεν βλέπουν.

Ας καταλάβει ο κάθε αναγνώστης ποιους εννοώ. Δεν χρειάζεται να τους κατονομάσουμε όλους. Είναι γνωστοί. Είναι παρόντες. Είναι διαχρονικά μέρος του προβλήματος.

Advertisement

Όμως ας μην κάνει και ο Αταμάν πως δεν βλέπει τη συνολική εικόνα. Γιατί στο δεύτερο παιχνίδι στο ΟΑΚΑ, όταν ακουγόταν ο ελληνικός εθνικός ύμνος, από τις κερκίδες ακούγονταν επίσης υβριστικά συνθήματα. Κανιβαλισμός από τη μία πλευρά. Προσβολή από την άλλη. Και στον τρίτο τελικό, ίσως τα ίδια και χειρότερα από την απέναντι πλευρά.

Δεν θα τα βάλω στο ζύγι. Δεν θα μετρήσω ποιος προσέβαλε περισσότερο, ποιος ντρόπιασε περισσότερο, ποιος ξεπέρασε πιο πολύ τα όρια. Ας το κάνει ο καθένας μόνος του. Η ουσία είναι μία: το ελληνικό μπάσκετ, στην κορυφαία του αντιπαλότητα, έχει αρχίσει να θυμίζει κάτι πολύ άσχημο. Κάτι που δεν έχει σχέση ούτε με αθλητισμό, ούτε με πάθος, ούτε με «καυτή έδρα».

Έχει σχέση με ανοχή στην αθλιότητα.

Advertisement

Και μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση εμφανίζεται και το επιχείρημα περί Ελλήνων παικτών. Ποιος έχει περισσότερους Έλληνες, ποιος έχει λιγότερους, ποιος έχει ελληνοποιημένους, ποιος δεν έχει διεθνείς της Εθνικής Ελλάδας.

Σοβαρά τώρα; Αυτό θα βάλουμε στο τραπέζι;

Ο Σλούκας σήμερα είναι στον Παναθηναϊκό. Θα μπορούσε να είχε μείνει στον Ολυμπιακό. Και λοιπόν; Ο Ζέκα στο ποδόσφαιρο έγινε Έλληνας υπήκοος και αγωνίστηκε με την Εθνική Ελλάδας. Ο Χουάν Ραμόν Ρότσα ελληνοποιήθηκε με κατακραυγή σκανδάλου. Στο μπάσκετ έχουμε επίσης ελληνοποιήσεις, παίκτες που αγωνίστηκαν ή αγωνίζονται με την Εθνική. Αυτά δεν είναι από μόνα τους πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν τα χρησιμοποιούμε ευκαιριακά, υποκριτικά και οπαδικά.

Advertisement

Όταν μας βολεύει, ο ξένος γίνεται «δικός μας».
Όταν δεν μας βολεύει, γίνεται αφορμή για σύνθημα.
Όταν φοράει τη φανέλα μας, τον αποθεώνουμε.
Όταν φοράει την αντίπαλη, θυμόμαστε την πατρίδα του.

Αυτό δεν είναι πατριωτισμός. Είναι φτήνια.

Και επειδή μιλάμε για εθνικούς ύμνους, ας πούμε και κάτι ακόμα. Την ώρα που ακούγεται ο ελληνικός εθνικός ύμνος, όλοι μέσα στο γήπεδο οφείλουν να δείχνουν σεβασμό. Παίκτες, προπονητές, παράγοντες, διαιτητές, θεατές. Δεν είναι διακοσμητικό ηχητικό πριν από το τζάμπολ. Δεν είναι μουσικό χαλί. Είναι ο εθνικός ύμνος της χώρας στην οποία εργάζονται, πληρώνονται, αγωνίζονται και δοξάζονται.

Advertisement

Όταν βλέπεις εικόνες αδιαφορίας την ώρα του ύμνου, όταν βλέπεις συμπεριφορές που δεν αρμόζουν ούτε σε αθλητή ούτε σε επαγγελματία, τότε δεν μπορείς να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Ο Λεσόρ, γάλλος, ευρωπαίος, να δένει τα παπούτσια του. Θα έκανε το ίδιο ακούγοντας την Μασσαλιώτιδα; Ο Γουόκαπ να μασάει τσίχλα λες και είναι εκδρομή. Θα έκανε το ίδιο με τον αμερικανικό πριν μας έρθει από το Τέξας;  Και αυτό αφορά όλους. Και παίκτες του Παναθηναϊκού. Και παίκτες του Ολυμπιακού. Και Έλληνες. Και ξένους. Και ελληνοποιημένους. Κανείς δεν εξαιρείται.

Advertisement

Διότι αν ζητάμε από την εξέδρα να μη βρίζει την πατρίδα του Αταμάν, πρέπει να ζητάμε και από τον κάθε παίκτη να σέβεται τον ύμνο της χώρας όπου βρίσκεται. Αν απαιτούμε πολιτισμό από τον οπαδό, πρέπει πρώτα να τον απαιτήσουμε από τους πρωταγωνιστές.

Και κάπου εδώ μπαίνουν οι διαιτητές. Οι Έλληνες διαιτητές. Όταν ακούνε τον εθνικό τους ύμνο να σκεπάζεται από συνθήματα, όταν βλέπουν ότι το γήπεδο μετατρέπεται σε ζούγκλα, έχουν άραγε τη δύναμη να πάρουν τις μπάλες και να πάνε στα αποδυτήρια; Έχουν το θάρρος να πουν «ως εδώ»; Ή θα συνεχίζουμε όλοι να κάνουμε ότι δεν ακούμε, επειδή πρέπει πάση θυσία να αρχίσει το παιχνίδι, να βγει το τηλεοπτικό πρόγραμμα, να μη χαλάσει η παραγωγή, να μη στενοχωρηθούν οι ισχυροί;

Γιατί αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Ποιος θα σταματήσει αυτή την κατηφόρα;

Advertisement

Οι παράγοντες των δύο κορυφαίων ομάδων; Μακάρι. Αλλά μέχρι σήμερα το πρόβλημα περισσότερο το τροφοδοτούν παρά το σβήνουν. Όταν το κλίμα συμφέρει, όταν η ένταση γίνεται εργαλείο πίεσης, όταν η τοξικότητα μετατρέπεται σε αγωνιστικό πλεονέκτημα, τότε δύσκολα περιμένεις αυτορρύθμιση.

Οι διοργανώτριες αρχές; Θα έπρεπε. Αλλά για να παρέμβουν πραγματικά, χρειάζεται πυγμή. Όχι ανακοινώσεις. Όχι ευχολόγια. Όχι πρόστιμα που καταλήγουν να μοιάζουν με λειτουργικό κόστος της αθλιότητας.

Ο αρμόδιος υπουργός; Βεβαίως υπάρχει. Και πρέπει να υπάρχει. Όχι για να εμφανίζεται μόνο μετά τα χειρότερα. Όχι για να κάνει δηλώσεις όταν πλέον το πράγμα έχει ξεφύγει. Αλλά για να προλαμβάνει. Για να βάζει κανόνες. Για να τους εφαρμόζει. Για να στέλνει μήνυμα ότι το κράτος δεν θα είναι θεατής σε μια αθλητική βεντέτα που δηλητηριάζει την κοινωνία. Ώρες για ψάρεμα στις Κυκλάδες, στην εκλογική του περιφέρεια, μπορεί να βρει άλλες στιγμές πιο χαλαρές.

Πρέπει δηλαδή να φτάνουμε κάθε φορά στο σημείο να παρέμβει ο πρωθυπουργός; Το είδαμε στο ποδόσφαιρο. Υπήρξαν κλειστές κερκίδες. Υπήρξαν αυστηρά μέτρα. Υπήρξε ένα μήνυμα ότι το κράτος μπορεί, όταν θέλει, να επιβάλει τάξη. Δεν ήταν όλα τέλεια. Αλλά κάτι κινήθηκε.

Στο μπάσκετ τι περιμένουμε; Να γίνει το κακό; Να υπάρξει εικόνα που δεν θα μαζεύεται; Να μετατραπεί ένας τελικός σε πεδίο ανεξέλεγκτης ντροπής;

Απόψε στο ΟΑΚΑ, η ευθύνη είναι τεράστια. Και αν η σειρά πάει σε πέμπτο παιχνίδι, πολύ πιθανό, η ευθύνη θα είναι ακόμα μεγαλύτερη. Όσοι έχουν θεσμικό ρόλο δεν δικαιούνται να παριστάνουν τους αιφνιδιασμένους. Τα έχουν δει όλα. Τα έχουν ακούσει όλα. Τα έχουν ανεχθεί όλα.

Δεν υπάρχει πια άλλοθι.

Και κυρίως ντροπή, γιατί όλοι ξέρουν τι συμβαίνει.
Αλλά πολλοί κάνουν πως δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν.