Ο James A. Mirrlees το 1971 με το άρθρο του “An Exploration in the Theory of Optimum Income Taxation”[1] διατύπωσε την άποψη ότι αν το κράτος φορολογήσει υπερβολικά το πρόσθετο εισόδημα που λαμβάνει ένας εργαζόμενος, τότε αποθαρρύνει την εργασία, ιδιαίτερα των πιο παραγωγικών ατόμων. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Η πολιτεία πρέπει να δημιουργήσει ένα φορολογικό σύστημα που να συνδράμει σε αυτούς που έχουν ανάγκη αλλά παράλληλα να μην δημιουργεί αντικίνητρο στην εργασία (και μάλιστα αυτή της υψηλής προστιθέμενης αξίας). Η θεωρητική αυτή προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική περίπτωση.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Η Ελλάδα διατηρεί ένα υψηλό φορολογικό συντελεστή (44 %) για ετήσια εισοδήματα που εκκινούν από μόλις τα 40.001 €[2]. Είναι υψηλός ο φόρος αυτός; Σύμφωνα με έρευνα της PwC οι μισθωτοί μεσαίου εισοδήματος στην Ελλάδα – περίπου στην περιοχή των 20.000–50.000 ευρώ -έχουν την υψηλότερη πραγματική επιβάρυνση από τον μέσο όρο του ευρωπαϊκού δείγματος που εξέτασε[3].
Για να γίνει κατανοητή η οικονομική λογική πίσω από αυτή την επιβάρυνση, ας δούμε το ζήτημα σε ευρύτερη οπτική. Ας αρχίσουμε με μια βασική διατύπωση. Ας πούμε ότι μια πολιτεία θέλει να αποτρέψει τους πολίτες της από το να καταναλώνουν καπνικά προϊόντα. Μια από τις πιο άμεσες και αποτελεσματικές δράσεις είναι η φορολόγηση των προϊόντων αυτών. Αν πάλι θέλει να αποτρέψει την κατανάλωση οινοπνευματωδών, βάζει φόρο και οι πολίτες αρχίζουν να μειώνουν την κατανάλωση τους.
Μάλλον έχετε καταλάβει προς τα που οδηγείται το σκεπτικό σε σχέση με την υπερφορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα. Οπότε τίθεται το ερώτημα με ποιο σκεπτικό μια πολιτεία που επιθυμεί να αυξήσει την αποσχολησιμότητα εξειδικευμένων στελεχών και την παραγωγικότητα θέτει υψηλούς φόρους εισοδήματος; Με την υπερφορολόγηση του εισοδήματος δεν αποτρέπεται η αύξηση της απασχόλησης; Και μάλιστα η κλιμάκωση του φόρου όσο αυξάνεται το εισόδημα όχι μόνο δεν καταστρέφει τα κίνητρα για αύξηση της παραγωγικότητας αλλά και ουσιαστικά εντέλει τις επιχειρήσεις για τα όρια των αμοιβών που πρέπει να τηρούν; Ο λόγος γίνεται, δηλαδή, για μια πολιτική παρέμβασης μέσω φορολογικών αντικινήτρων η οποία μπορεί να είναι επιτυχημένη μόνο αν είναι εξονυχιστικά ελεγμένη και προσεκτικά σχεδιασμένη.
Ωστόσο η υπερφορολόγηση του εισοδήματος αποτέλεσε μια πολιτική επιλογή για την Ελλάδα από το 2013. Στην ελληνική περίπτωση, η πολιτική αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Ένα πολύπλοκο σύστημα φορολόγησης που υπήρχε μέχρι τότε αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα που βασίσθηκε στην προοδευτική φορολογία και φάνηκε διαφανέστερο και σύμφωνο με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ήταν ένας σχεδιασμός που όμως (όπως οι περισσότεροι εκείνης της περιόδου) δεν εστίαζε στην ανάπτυξη της χώρας ή στην εδραίωση φορολογικής δικαιοσύνης. Ήταν μια φοροεισπρακτική πολιτική για να πληρωθούν τα χρέη της χώρας. Για αυτό και τέθηκαν πολύ χαμηλά σκαλοπάτια εισοδήματος για ψηλούς συντελεστές φορολόγησης που διατηρούνται ακόμα και σήμερα.
Απέναντι στη λογική αυτή και ιδιαίτερα στον τρόπο εφαρμογής της στην ελληνική περίπτωση, μπορεί να διατυπωθεί μια βασική ένσταση. Η χώρα εξέρχεται από μια περίοδο μεγάλης οικονομικής υποχώρησης που αποτυπώθηκε με δραματικό τρόπο στο ΑΕΠ της. Παρότι το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας προσεγγίζει πλέον τα επίπεδα του 2009, η πραγματική οικονομία και το εισόδημα των πολιτών δεν έχουν ακόμη πλήρως ανακάμψει. Οπότε πρώτη προτεραιότητα της χώρας οφείλει να αποτελεί η επίτευξη υψηλών δεικτών ανάπτυξης.
Δεν υπάρχει μία και μόνο μελέτη που να το αποδεικνύει, αλλά μια ολόκληρη σχολή οικονομικής σκέψης (Endogenous Growth Theory) και δεκάδες διεθνείς εμπειρικές μελέτες που τεκμηριώνουν ότι η εξειδικευμένη εργασία (skilled labor) έχει πολλαπλάσια θετική επίδραση στο ΑΕΠ σε σχέση με την ανειδίκευτη (unskilled labor). Οι οικονομίες που καταφέρνουν να αυξήσουν το ποσοστό των εξειδικευμένων εργαζομένων παρουσιάζουν πολύ υψηλότερη συσσώρευση φυσικού κεφαλαίου, υψηλότερη ένταση επενδύσεων και, τελικά, μόνιμα υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μακροπρόθεσμα.
Πόσο είναι αυτή η επίδραση; Διάφορες μελέτες ανεβάζουν την αύξηση του ΑΕΠ στο +1,5% από την εισαγωγή και αξιοποίηση εργαζομένων με υψηλές δεξιότητες, αν και τα αποτελέσματα διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με τη χώρα και τη μεθοδολογία[4].
Αν, λοιπόν, η χώρα θέλει να προσελκύσει και να κρατήσει άτομα με υψηλές δεξιότητες τότε δύσκολα μπορεί να αναμένει ότι ένας εργαζόμενος που έχει κοπιάσει για να ανελιχθεί θα συνεχίσει να εργάζεται στην Ελλάδα με τον ίδιο ζήλο. Απλά η προσπάθεια του δεν έχει πλέον αντίκρισμα.
Οι επιχειρήσεις δεν πληρώνουν υψηλούς μισθούς από γενναιοδωρία. Ένας υπάλληλος που αμείβεται με 4.000€ τον μήνα παράγει πολλαπλάσια οικονομική αξία για την επιχείρηση (και άρα για το ΑΕΠ) σε σχέση με έναν που αμείβεται με 1.000 €. Αν ο πρώτος μειώσει την απόδοσή του, η απώλεια για το εθνικό προϊόν είναι ασύμμετρα μεγαλύτερη.
Είναι εύκολο, όμως, να αντικατασταθεί ένα σύστημα που αποδεδειγμένα αποδίδει δημοσιονομική ασφάλεια στη χώρα με ένα σύστημα φορολόγησης πιο επιεικές; Σε αυτό το σημείο εισέρχεται ο παράγοντας της πολιτικής. Η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να αξιολογήσει αν οι άμεσες ωφέλειες μιας υψηλής φορολογικής πολιτικής υπερτερούν από τις έμμεσες συνέπειες (πχ: brain drain). Φυσικά στο παρελθόν η ανάγκη της χώρας για επίτευξη δημοσιονομικής σταθερότητας οδήγησαν στην καθολική υιοθέτηση ενός βαρύ φορολογικού φόρτου για τους πολίτες της χώρας.
Ωστόσο, πλέον, απαιτείται ο σχεδιασμός πολιτικής για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο. Αυτό της ανάπτυξης. Φαίνεται ότι η πολιτεία έχει κατανοήσει τις δυσμένειες του παρόντος συστήματος και κινείται μέσω εξαιρέσεων και νομικών προβλέψεων να διορθώσει πυροσβεστικά την κατάσταση σε διάφορους τομείς (πχ: ευνοϊκή φορολόγηση των επαναπατρισθέντων, αυτοτελής φορολόγηση επιδομάτων σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, κλπ). Ωστόσο αυτές οι παρεμβάσεις αυξάνουν την πολυπλοκότητα του συστήματος και δημιουργούν ίσως περισσότερες στρεβλώσεις από όσες προσπαθούν να θεραπεύσουν. Και ποια είναι η λύση;
Αν και η Ελλάδα ανταγωνίζεται ένα ευρύ φάσμα οικονομιών εντός της ΕΕ, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό σημείο σύγκρισης, καθώς εφαρμόζουν χαμηλότερους και απλούστερους φορολογικούς συντελεστές για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους.
Ενδεικτικά, η Βουλγαρία και η Ρουμανία εφαρμόζουν ενιαίο συντελεστή 10%, η Ουγγαρία 15%, ενώ η Εσθονία περίπου 22%. Στην Τσεχία εφαρμόζεται χαμηλός βασικός συντελεστής (περίπου 15%) με υψηλότερο οριακό συντελεστή για μεγάλα εισοδήματα μόλις στο 23%.
Μια εναλλακτική προσέγγιση υιοθετείται από χώρες που διατηρούν προοδευτικά φορολογικά συστήματα, αλλά με χαμηλότερους και πιο ήπιους συντελεστές σε σχέση με την Ελλάδα, όπως η Κύπρος, η Μάλτα, η Πολωνία, η Λετονία και η Κροατία. Οι χώρες αυτές, αν και δεν εφαρμόζουν αναλογική φορολογία, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν πιο ανταγωνιστικά φορολογικά περιβάλλοντα, διατηρώντας παράλληλα ικανοποιητικές επιδόσεις ανάπτυξης.
Η πλειονότητα των προαναφερόμενων χωρών ανήκει στην ευρύτερη γεωγραφική και οικονομική περιφέρεια της Ελλάδας (Βαλκάνια και Κεντρική‑Ανατολική Ευρώπη), με ορισμένες εξαιρέσεις όπως οι βαλτικές χώρες, οι οποίες όμως παρουσιάζουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά ως προς το αναπτυξιακό και φορολογικό τους μοντέλο. Πιο συγκεκριμένα, οι οικονομίες αυτές εντάσσονται στο ίδιο αναπτυξιακό υπόδειγμα των μικρών ανοικτών οικονομιών, δηλαδή οικονομιών που συμμετέχουν ενεργά στο διεθνές εμπόριο και τις ροές κεφαλαίου, χωρίς όμως να μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τις διεθνείς τιμές ή τις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς.
Παράλληλα, αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού “catch‑up” μπλοκ, δηλαδή των οικονομιών που, μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμφανίζουν ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιδιώκοντας τη σύγκλιση του εισοδήματος και της παραγωγικότητάς τους με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης[5].
Η χώρα μας καλείται, εντέλει, να επιλέξει όχι απλώς ανάμεσα σε διαφορετικά φορολογικά εργαλεία, αλλά ανάμεσα σε διαφορετικά πρότυπα οικονομιών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους επιλέγουμε να συγκριθούμε και να ανταγωνιστούμε για την προσέλκυση επενδύσεων. Με χώρες που έχουν ήδη φτάσει σε υψηλά επίπεδα εισοδήματος και μπορούν να συντηρούν βαριές φορολογικές δομές; Ή με εκείνες που βρίσκονται σε τροχιά σύγκλισης και επενδύουν συστηματικά στη δημιουργία ενός πιο φιλικού περιβάλλοντος για το ανθρώπινο κεφάλαιο και την επιχειρηματικότητα;
Αν επιδιώκουμε να σταθούμε δίπλα σε οικονομίες που προτάσσουν τη δυναμική της ανάπτυξης και τη στήριξη του ανθρώπινου κεφαλαίου, τότε οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα σύστημα που ευνοεί την παραγωγή και την υψηλή παραγωγικότητα.
[1] Mirrlees, J. A. (1971). An exploration in the theory of optimum income taxation. The Review of Economic Studies, 38(2), 175–208. https://doi.org/10.2307/2296779
[2] Ως φορολογούμενο εισόδημα νοείται κάθε πηγή που έχει κάποιος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, από μερίσματα, τόκους, κέρδη από την πώληση μετοχών και ούτω καθεξής. Η φορολογία που τίθεται από την πολιτεία περιλαμβάνει όλες τις πηγές εισοδήματος ενώ το παρόν άρθρο εστιάζει για μια υποκατηγορία αυτών των εισοδημάτων που αφορά το εισόδημα που προέρχεται από εργασία και μάλιστα υψηλής ποιότητας.
[3] PwC. (2025, August 27). Employee taxation in Greece and Europe. PwC Greece. https://www.pwc.com/gr/en/publications/greek-thought-leadership/employment-taxation-in-Greece-and-EU.html
[4] Behar, A. (2023). The elasticity of substitution between skilled and unskilled labor in developing countries: A directed technical change perspective (IMF Working Paper No. WP/23/165). International Monetary Fund
[5] Żuk, P., Kátalin Polgár, E., Savelin, L., Díaz del Hoyo, J. L., & König, P. (2018). Real convergence in central, eastern and south-eastern Europe (ECB Occasional Paper No. 212). European Central Bank. https://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/scpops/ecb.op212.en.pdf