Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η φασιστική Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα, προσδοκώντας μια γρήγορη νίκη. Ο Μπενίτο Μουσολίνι ήθελε να ενισχύσει τη θέση της χώρας του στα Βαλκάνια και να αποδείξει ότι η Ρώμη μπορούσε να διεκδικήσει αυτόνομο ρόλο απέναντι στη ναζιστική Γερμανία.
Η εξέλιξη της εκστρατείας διέψευσε τις προσδοκίες του. Η ελληνική άμυνα ανέκοψε την ιταλική προέλαση και η αντεπίθεση οδήγησε τις ελληνικές δυνάμεις σε αλβανικό έδαφος. Η επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί ως επίδειξη ισχύος εξελίχθηκε σε σοβαρή στρατιωτική και πολιτική αποτυχία για το καθεστώς του Μουσολίνι.
Η Ιταλία διέθετε μεγαλύτερους υλικούς πόρους, αλλά δεν πέτυχε τον στόχο που είχε θέσει. Η υπεροχή της δεν μεταφράστηκε στο αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Το 1940 ανέδειξε ένα διαχρονικό πρόβλημα στρατηγικής: ο ισχυρότερος αντίπαλος δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνος που θα επιβάλει τη βούλησή του.
Η παγίδα της εύκολης νίκης
Η ιταλική αποτυχία συνδέθηκε με την υποτίμηση της ελληνικής αντίστασης, τις δυσκολίες του εδάφους, τα προβλήματα ανεφοδιασμού και τις αδυναμίες του επιχειρησιακού σχεδιασμού. Η ιταλική ηγεσία είχε εκτιμήσει ανεπαρκώς τόσο τις απαιτήσεις της εκστρατείας όσο και την αντίδραση που θα συναντούσε.
Η ελληνική πλευρά αξιοποίησε τις αμυντικές της θέσεις, κινητοποίησε τις δυνάμεις της και προσαρμόστηκε στις συνθήκες του πολέμου. Η αντίσταση απέδειξε ότι η αποτελεσματική άμυνα εξαρτάται από τον συνδυασμό οργάνωσης, επιχειρησιακών επιλογών και αποφασιστικότητας.
Η έκβαση, ωστόσο, δεν πρέπει να αποσπάται από τη συνολική πορεία του πολέμου. Τον Απρίλιο του 1941, η γερμανική εισβολή οδήγησε στην ήττα της Ελλάδας και στην κατοχή της από τις δυνάμεις του Άξονα. Η ελληνική επιτυχία απέναντι στην Ιταλία δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τη συνολική υπεροχή των δυνάμεων που τελικά στράφηκαν εναντίον της χώρας.
Το δίδαγμα είναι σαφές: η επιτυχία σε ένα μέτωπο μπορεί να ανατρέψει τους υπολογισμούς ενός αντιπάλου, αλλά η μακροπρόθεσμη ασφάλεια απαιτεί συνολική αμυντική προετοιμασία και ικανότητα αντιμετώπισης νέων απειλών.
Η ελληνική αποτροπή πέρα από την αριθμητική εξίσωση
Η Ελλάδα του 21ου αιώνα βρίσκεται σε διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, οι αμυντικές της δυνατότητες και οι διεθνείς συνεργασίες της διαμορφώνουν ένα πλαίσιο ασφάλειας που δεν υπήρχε το 1940. Η ιστορική αναλογία αποκτά αξία όταν φωτίζει τις σημερινές στρατηγικές επιλογές, χωρίς να εξισώνει διαφορετικές εποχές και απειλές.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι να εξισώσει κάθε στρατιωτική δυνατότητα με εκείνη ενός ισχυρότερου αντιπάλου. Μια τέτοια επιδίωξη θα ήταν οικονομικά δυσβάστακτη και στρατηγικά ατελέσφορη. Το ζητούμενο είναι να διαθέτει τις δυνατότητες που περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων του αντιπάλου και καθιστούν αβέβαιη την επιτυχία μιας επιθετικής ενέργειας.
Στο Αιγαίο και στην ευρύτερη περιοχή, αυτό προϋποθέτει επιχειρησιακή ετοιμότητα, αξιόπιστη επιτήρηση, επάρκεια αποθεμάτων, προστασία κρίσιμων υποδομών και δυνατότητα έγκαιρης λήψης αποφάσεων. Προϋποθέτει επίσης σωστή ιεράρχηση των αμυντικών δαπανών, ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να καλύπτουν πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες. Η αξία ενός οπλικού συστήματος κρίνεται από τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική αξιοποίησή του όταν ξεσπά μια κρίση.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική σύνδεση με το 1940. Η ελληνική άμυνα ματαίωσε την προσδοκία μιας εύκολης ιταλικής νίκης. Σήμερα, η αποτροπή οφείλει να διασφαλίζει ότι κανένας αντίπαλος δεν θα θεωρήσει πως μπορεί να επιτύχει τους στόχους του με στρατιωτικό εξαναγκασμό και αποδεκτό κόστος. Αυτό απαιτεί όχι μόνο μέσα, αλλά και σχέδιο, ετοιμότητα και αξιοπιστία.
Οι συμμαχίες ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας, χωρίς να καταργούν την ανάγκη εθνικής προετοιμασίας. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με τις διμερείς και περιφερειακές συνεργασίες, προσφέρει διπλωματικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η αξιοποίησή τους, όμως, απαιτεί ισχυρές εθνικές δυνατότητες, σταθερή διπλωματική εργασία και σαφή αντίληψη των συμφερόντων της χώρας.
Η ισχύς κρίνεται πριν από την κρίση
Η 28η Οκτωβρίου υπενθυμίζει ότι η αποφασιστικότητα ενός κράτους μπορεί να ανατρέψει τους υπολογισμούς ενός ισχυρότερου αντιπάλου. Η εμπειρία του 1940 αποκτά σύγχρονη σημασία όταν μετατρέπεται σε διαρκή προετοιμασία, ρεαλιστική στρατηγική και αξιόπιστη αποτροπή.
Ένα μικρότερο κράτος δεν χρειάζεται να υπερέχει σε όλα για να αποτρέψει έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Χρειάζεται να διαθέτει τις δυνατότητες, την ετοιμότητα και την αποφασιστικότητα που θα τον πείσουν ότι η επιθετική επιλογή δεν θα εξελιχθεί όπως την έχει σχεδιάσει.