Του Δρα Δημήτρη Σταθακόπουλου
*
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί μία από τις πλέον σύνθετες περιοχές του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Οι θαλάσσιες ζώνες, η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), τα δικαιώματα των νησιών και οι ανταγωνιστικές διεκδικήσεις κρατών έχουν μετατρέψει τις διμερείς συμφωνίες οριοθέτησης σε κρίσιμα εργαλεία τόσο νομικής όσο και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που υπογράφηκε στις 6 Αυγούστου 2020, και το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών, που υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι σαφές: Μπορούν δύο κράτη, μέσω μιας διμερούς συμφωνίας, να καθορίσουν θαλάσσια σύνορα τα οποία θα δεσμεύουν και τρίτα κράτη, που δεν συμμετείχαν στη συμφωνία και δεν συναίνεσαν σε αυτήν;
Η απάντηση βρίσκεται σε μία από τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου: pacta tertiis nec nocent nec prosunt, δηλαδή οι συμφωνίες δεν δημιουργούν, κατ’ αρχήν, ούτε υποχρεώσεις ούτε δικαιώματα για τρίτους.
Το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης: Ο θεμελιώδης κανόνας
Η Σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών κατοχυρώνει, στο άρθρο 34, τον γενικό κανόνα σχετικά με τα τρίτα κράτη:
«Μια συνθήκη δεν δημιουργεί ούτε υποχρεώσεις ούτε δικαιώματα για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του».
Η διάταξη αυτή αποτυπώνει μία βασική αρχή της διεθνούς έννομης τάξης: τα κράτη δεν μπορούν να διαθέτουν με τη συμφωνία τους τα δικαιώματα άλλων κρατών, ούτε να τους επιβάλλουν υποχρεώσεις χωρίς τη συναίνεσή τους.
Επομένως, δύο κράτη δεν μπορούν, μόνο και μόνο επειδή υπέγραψαν μία διεθνή συμφωνία, να υποχρεώσουν ένα τρίτο κράτος να αποδεχθεί τη μεταξύ τους οριοθέτηση ως δεσμευτική για τα δικά του θαλάσσια δικαιώματα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε διμερής συμφωνία που αφορά θαλάσσιες ζώνες είναι άκυρη ή στερείται έννομων συνεπειών. Η συμφωνία μπορεί να δεσμεύει κανονικά τα συμβαλλόμενα κράτη, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί αυτομάτως σε τρίτα κράτη ως τίτλος που καθορίζει τα δικά τους δικαιώματα.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: άλλο η ισχύς μιας συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων και άλλο η δυνατότητά της να επηρεάζει νομικά τρίτους.
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου: Τι κατοχυρώνει και τι δεν μπορεί να επιβάλει
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου της 6ης Αυγούστου 2020 αφορά τη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Αποτελεί διμερή διεθνή συμφωνία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 2 Σεπτεμβρίου 2020.
Η σημασία της είναι προφανής για την Ελλάδα: καθορίζει την οριοθετική γραμμή που συμφώνησαν τα δύο κράτη και αποτελεί στοιχείο της νομικής και διπλωματικής τους θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μπορεί, όμως, η συμφωνία αυτή να δεσμεύσει την Τουρκία ή τη Λιβύη;
Η απάντηση είναι αρνητική ως προς τη συμβατική δέσμευσή τους. Η Τουρκία και η Λιβύη δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συγκεκριμένη συμφωνία και δεν μπορούν να υποχρεωθούν να την αποδεχθούν ως συμφωνία οριοθέτησης των δικών τους θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Αντίστοιχα, η Ελλάδα και η Αίγυπτος δεν μπορούν να επικαλεστούν τη συμφωνία τους για να καταργήσουν ή να περιορίσουν αυτομάτως τυχόν δικαιώματα τρίτων κρατών, εφόσον αυτά θεμελιώνονται στο διεθνές δίκαιο.
Η συμφωνία, συνεπώς, δεσμεύει τα δύο συμβαλλόμενα κράτη, αλλά δεν επιλύει από μόνη της όλες τις ενδεχόμενες θαλάσσιες επικαλύψεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ειδική πρόβλεψη για τις σχέσεις με τρίτα κράτη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 1 παράγραφος 5 της συμφωνίας Ελλάδας–Αιγύπτου, το οποίο προβλέπει ενημέρωση και διαβούλευση μεταξύ των δύο μερών υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που ορίζονται εκεί, όταν ένα από αυτά αρχίσει διαπραγματεύσεις με τρίτο κράτος που έχει θαλάσσια σύνορα και με τα δύο συμβαλλόμενα κράτη.
Η πρόβλεψη αυτή αφορά τις μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου συμβατικές τους σχέσεις. Δεν δημιουργεί αυτομάτως υποχρεώσεις για το τρίτο κράτος ούτε του επιβάλλει να αποδεχθεί τη διμερή οριοθέτηση.
Η ίδια η συμφωνία προβλέπει, επίσης, δυνατότητα επανεξέτασης των ακραίων σημείων της οριοθετικής γραμμής με μεταγενέστερη συμφωνία των δύο μερών, στο πλαίσιο οριοθετήσεων με γειτονικά κράτη.
Η πρόβλεψη αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο στοιχείο: η διμερής οριοθέτηση δεν πρέπει να συγχέεται με την οριστική διευθέτηση όλων των πιθανών επικαλύψεων μεταξύ των κρατών της περιοχής.
Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο: Μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της Ελλάδας;
Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης. Τέθηκε σε ισχύ στις 8 Δεκεμβρίου 2019 και καταχωρίστηκε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Το Μνημόνιο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς η θαλάσσια οριοθέτηση που προβλέπει συνδέεται με τις ελληνικές θέσεις για την επήρεια της Κρήτης και άλλων ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Το βασικό νομικό ερώτημα είναι εάν η Τουρκία και η Λιβύη μπορούν, με τη μεταξύ τους συμφωνία, να καθορίσουν θαλάσσια όρια που θα ισχύουν και έναντι της Ελλάδας.
Με βάση το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης, το Μνημόνιο δεν μπορεί, μόνο λόγω της σύναψής του, να δημιουργήσει υποχρεώσεις για την Ελλάδα ή να καταργήσει δικαιώματα που η Ελλάδα αντλεί από το διεθνές δίκαιο.
Η Τουρκία και η Λιβύη δεν μπορούν να υποκαταστήσουν με τη διμερή τους συμφωνία τη συναίνεση της Ελλάδας σε οριοθέτηση που αφορά τα ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το Μνημόνιο είναι πολιτικά ή διπλωματικά αδιάφορο. Η ύπαρξή του αποτελεί στοιχείο της τουρκικής και λιβυκής θέσης και χρησιμοποιείται για την υποστήριξη συγκεκριμένων θαλάσσιων διεκδικήσεων. Η πολιτική προβολή μιας διεκδίκησης, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με την απόδειξη της νομικής της βασιμότητας.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η οριοθετική γραμμή που συμφωνήθηκε μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης είναι συμβατή με τους εφαρμοστέους κανόνες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας και εάν μπορεί να θίγει δικαιώματα τρίτων κρατών.
Το Δίκαιο της Θάλασσας και τα δικαιώματα των νησιών
Η εξέταση της νομιμότητας μιας θαλάσσιας οριοθέτησης δεν εξαντλείται στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης.
Κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, ιδίως τα άρθρα 74 και 83, που αφορούν την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.
Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι η οριοθέτηση πρέπει να πραγματοποιείται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό αναφέρεται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης.
Στο πλαίσιο αυτό, η γεωγραφική θέση των νησιών, η σχετική ακτογραμμή, οι ειδικές γεωγραφικές περιστάσεις και οι λοιπές παράμετροι που αναγνωρίζει η διεθνής νομολογία μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο.
Τα νησιά, σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, διαθέτουν καταρχήν χωρική θάλασσα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα υπό τους όρους της Σύμβασης. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προβλέπει ειδικό καθεστώς για τους βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή.
Ωστόσο, η ύπαρξη δικαιώματος θαλάσσιων ζωνών δεν συνεπάγεται ότι κάθε νησί θα έχει υποχρεωτικά πλήρη επήρεια σε κάθε συγκεκριμένη οριοθέτηση. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και επιδιώκει δίκαιη λύση.
Κατά συνέπεια, ούτε η ελληνική ούτε η τουρκική θέση μπορεί να κριθεί αποκλειστικά με επίκληση μιας διμερούς συμφωνίας. Απαιτείται εξέταση των εφαρμοστέων κανόνων και των συγκεκριμένων γεωγραφικών δεδομένων.
Η αρχή της μη αντιταξιμότητας δεν λειτουργεί μόνο προς μία κατεύθυνση
Ένα σημείο που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση είναι ότι το άρθρο 34 δεν αποτελεί ειδικό κανόνα υπέρ της Ελλάδας ή εναντίον της Τουρκίας. Είναι γενικός κανόνας του διεθνούς δικαίου, ο οποίος εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ταυτότητα των συμβαλλόμενων κρατών.
Επομένως, όπως η Τουρκία και η Λιβύη δεν μπορούν να καθορίσουν με διμερή συμφωνία τα δικαιώματα της Ελλάδας, έτσι και η Ελλάδα και η Αίγυπτος δεν μπορούν να καθορίσουν με τη δική τους συμφωνία τα δικαιώματα της Τουρκίας ή της Λιβύης.
Αυτό δεν εξισώνει, βεβαίως, τις επιμέρους νομικές θέσεις ούτε προδικάζει τη νομιμότητα των συγκεκριμένων οριοθετικών γραμμών. Σημαίνει ότι η νομική αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στους εφαρμοστέους κανόνες και στα πραγματικά δεδομένα, όχι μόνο στην ύπαρξη ή στην πολιτική βαρύτητα μιας συμφωνίας.
Η μη αντιταξιμότητα μιας συνθήκης έναντι τρίτου κράτους δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι η οριοθέτηση είναι παράνομη μεταξύ των συμβαλλομένων. Αντίστοιχα, η ισχύς μιας συμφωνίας μεταξύ των μερών της δεν αποδεικνύει ότι η γραμμή της είναι νόμιμη έναντι όλων των άλλων κρατών.
Συμπέρασμα: Οι διμερείς συμφωνίες δεν υποκαθιστούν το διεθνές δίκαιο
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου και το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο αποτελούν διαφορετικές διμερείς συμφωνίες, με διαφορετικό περιεχόμενο και διαφορετικές γεωγραφικές και νομικές συνέπειες. Και οι δύο, όμως, πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα των ίδιων θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου.
Το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης κατοχυρώνει ότι καμία από τις δύο συμφωνίες δεν μπορεί, μόνο λόγω της σύναψής της, να επιβάλει υποχρεώσεις σε τρίτα κράτη ή να καταργήσει τα δικαιώματά τους χωρίς τη συναίνεσή τους.
Για την Ελλάδα, η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την αντιμετώπιση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου. Δεν αρκεί, όμως, η επίκλησή της για να επιλυθεί οριστικά κάθε ζήτημα θαλάσσιας οριοθέτησης. Η τελική νομική κρίση προϋποθέτει εξέταση του Δικαίου της Θάλασσας, της γεωγραφίας των σχετικών ακτών, των δικαιωμάτων των νησιών και των ειδικών περιστάσεων κάθε οριοθέτησης. Το συμπέρασμα είναι σαφές: μια διμερής συμφωνία μπορεί να δεσμεύει τα κράτη που την υπέγραψαν, αλλά δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε τίτλο που καθορίζει τα δικαιώματα όλων των τρίτων κρατών. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και σε κάθε άλλη περιοχή, οι θαλάσσιες αξιώσεις κρίνονται τελικά βάσει του διεθνούς δικαίου και όχι απλώς βάσει της πολιτικής ισχύος ή της ύπαρξης μιας διμερούς συμφωνίας.
Βασικές νομικές πηγές
- Σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, ιδίως άρθρα 34–36.
- Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, ιδίως άρθρα 74, 83 και 121.
- Συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, 6 Αυγούστου 2020.
- Μνημόνιο Τουρκίας–Λιβύης για την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών, 27 Νοεμβρίου 2019.