Γ΄Μέρος*
–
Η κρίση των λεγόμενων «καθηγητικών σχολών» δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις στις βάσεις εισαγωγής ή με επικοινωνιακές κινήσεις των πανεπιστημιακών τμημάτων. Οι αιτίες της είναι βαθύτερες, η μείωση του μαθητικού πληθυσμού, η αναντιστοιχία ανάμεσα στον αριθμό των εισακτέων και στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, τα περιορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα, τα παρωχημένα προγράμματα σπουδών και η συνολική αρχιτεκτονική του Λυκείου και της ανώτατης εκπαίδευσης.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι μπορεί να γίνει πλέον. Καταρχάς, οι λεγόμενες «καθηγητικές σχολές» βρίσκονται ενώπιον ενός μεγάλου διλήμματος: να παρέχουν γνώση αποσυνδεδεμένη από την εκπαίδευση (όπως κάνουν τα τμήματα κοινωνικών επιστημών) ή να συνεχίσουν να λειτουργούν όπως σήμερα; Στη δεύτερη εκδοχή, προφανώς το Υπουργείο Παιδείας χρειάζεται να μειώσει εντυπωσιακά τον αριθμό των εισακτέων τους, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο σπουδών και παράλληλα το πτυχίο να έχει κάποια αντιστοίχιση με την αγορά εργασίας. Η λύση αυτή προϋποθέτει και γενναίες συγχωνεύσεις πανεπιστημιακών τμημάτων, ώστε να μειωθεί το κόστος για την Πολιτεία και επιτέλους να έχουμε ισχυρά τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών, τα οποία θα διαθέτουν επαρκές δυναμικό ώστε να προσελκύσουν και διεθνείς φοιτητές, οργανώνοντας παράλληλα αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών υψηλής ποιότητας.
Αν επιλέξουν την πρώτη λύση, είναι απαραίτητο να αναδιαρθρώσουν τα προγράμματα σπουδών τους και να συνδεθούν με άλλους εργασιακούς χώρους, ακούγοντας προσεκτικά τις απαιτήσεις της αγοράς και των νέων ανθρώπων. Στο Τμήμα μου (Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ) βλέπουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός πτυχιούχων μας, που συνεχώς αυξάνεται, εργάζεται πια στη διοίκηση ανθρώπινων πόρων, την επικοινωνία, τα ΜΜΕ, σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας, σε καλλιτεχνικούς και πολιτισμικούς οργανισμούς, σε εταιρείες τεχνολογίας, σε ΜΚΟ και οικονομικούς οργανισμούς. Ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα αυτή, προσπαθούμε να αλλάζουμε το πρόγραμμα σπουδών μας και δημιουργούμε παράλληλες επιστημονικές δραστηριότητες που υπηρετούν αυτή την τάση, προσπαθώντας παράλληλα να υπηρετούμε πιστά το ερευνητικό μας πεδίο. Η ισορροπία δεν είναι εύκολα, αλλά είναι δεδομένο ότι τμήματα-σουπερμάρκετ, που τα κάνουν όλα, δεν μπορούν να υπάρξουν στη δεδομένη πραγματικότητα.
Παράλληλα, χρειάζεται να προσεχθούν σοβαρά τα προγράμματα σπουδών πολλών πανεπιστημιακών τμημάτων. Ένας λόγος για την ύπαρξη των αιωνίων φοιτητών είναι ο υπερβολικός αριθμός μαθημάτων που απαιτούνται για τη λήψη πτυχίου, ο οποίος είναι αναντίστοιχος με τη διεθνή πραγματικότητα. Όχι σπάνια τα μαθήματα δεν σχετίζονται με τις απαιτήσεις της επιστήμης, αλλά με εσωτερικές ισορροπίες του προσωπικού και τον αριθμό φοιτητών που θέλει να έχει στο ακροατήριό του κάποιος καθηγητής. Δεν είναι σώφρον να απαιτείται συνέπεια από τον φοιτητή που σε τετραετές πρόγραμμα ανθρωπιστικών σπουδών υποχρεούται να παρακολουθήσει και να εξεταστεί σε πάνω από 60 μαθήματα.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να συνεχιστεί το σύστημα των ελεύθερων διαλέξεων, χωρίς υποχρέωση παρακολούθησης, το οποίο είναι ο κανόνας στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών και ευρύτερα (καθηγητικές σχολές, κοινωνικές επιστήμες, οικονομικά). Για λόγους επιστημονικούς, ακαδημαϊκούς και εκπαιδευτικούς χρειάζεται η σταθερή παρουσία καθηγητών και φοιτητών στα αμφιθέατρα και η εβδομαδιαία ανάθεση έργου. Οι ελεύθερες διαλέξεις και οι εξετάσεις μια φορά το εξάμηνο δεν ταιριάζουν στο σύγχρονο κόσμο. Οι καθηγητές επιβάλλεται άμεσα να απαλλαχθούν από περιφερειακές υποχρεώσεις και να αφοσιωθούν στην έρευνα και τη διδασκαλία. Οι φοιτητές ομοίως. Οι καθηγητές των δημοσίων ΑΕΙ πρέπει να αμείβονται όπως οι δικαστικοί, με εργασιακές απαιτήσεις ανάλογες των δικαστικών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η πανεπιστημιακή διδασκαλία, από ένα σημείο και μετά, γίνεται πάρεργο. Και αυτό είναι κάτι που δεν θέλουμε και δεν αξίζει στους φοιτητές.
Η Πολιτεία, από τη μεριά της, οφείλει να είναι εξόχως αυστηρή στα κριτήρια ποιότητας τόσο των δημοσίων όσο και των ιδιωτικών ΑΕΙ. Στην πρώτη περίπτωση διότι επενδύεται δημόσιο χρήμα• στη δεύτερη διότι δεν πρέπει να αφήνεται ασύδοτη η ιδιωτική πρωτοβουλία. Ο ακαδημαϊκός χάρτης της Ελλάδας χρειάζεται ανασύνταξη και ευταξία. Δεν μπορεί κανείς σοβαρά να ελπίζει ότι το μακρύ χέρι της αγοράς θα ρυθμίσει αποτελεσματικά την κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο ακαδημαϊκός χάρτης, με τα πάνω από 420 τμήματα και τα πάνω από 1200 μεταπτυχιακά προγράμματα, χρειάζεται να μπει σε τάξη. Γιατί δεν προέκυψε από σχέδιο, αλλά ως αποτέλεσμα χαλάρωσης και διευθετήσεων. Όπως ως αποτέλεσμα απορρύθμισης και διευθετήσεων διαμορφώνεται και ο χάρτης της ιδιωτικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Με ποια λογική δημιουργούνται 11 νέα ΑΕΙ στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με δεδομένα τα στεγαστικά και άλλα προβλήματα στις δύο μητροπόλεις;
Τέλος, η Πολιτεία οφείλει να δει σοβαρά το πρόβλημα της αναντιστοιχίας γνώσεων των νέων φοιτητών και των απαιτήσεων της Σχολής που εισάγονται. Θα μπορούσε να εξεταστεί η διεξαγωγή των όποιων εισαγωγικών δοκιμασιών στη Β’ Λυκείου, ώστε στη Γ’ Λυκείου τα παιδιά να προετοιμάζονται στην ύλη που θα αντιμετωπίσουν στο Α΄έτος των πανεπιστημιακών τους σπουδών και μόνο. Όσοι δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν το δρόμο των Πανελλαδικών, θα μπορούσαν να κατευθυνθούν άμεσα στην επαγγελματική κατάρτιση και να έχουν επαγγελματικό τίτλο σπουδών επιπέδου 5 σε ηλικία 18 ετών (ή 19 για όσους απέτυχαν στις Πανελλαδικές), ώστε να ενταχθούν γρήγορα στην αγορά εργασίας, χωρίς να χρειάζεται να περατώσουν πανεπιστημιακές σπουδές.
Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και οι εξελίξεις που διαφαίνονται δεν αφήνουν περιθώρια χρονοτριβής, τόσο από την Πολιτεία όσο και από τις διοικήσεις των ΑΕΙ. Η λογική του ότι οι λύσεις εμφανίζονται μόνες τους, όταν τα προβλήματα φτάσουν στο απροχώρητο, δεν αρμόζει σε μια ευρωπαϊκή χώρα.
Διαβάστε το πρώτο και δεύτερο μέρος