Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ένας μύθος αναφέρει το εξής:

Kάποτε ένας άσωτος νέος, αφού καλοπέρασε αρκετά χρόνια μη εργαζόμενος και δανειζόμενος από άσπλαχνους τοκογλύφους, συνειδητοποίησε ότι τα χρέη του ήταν «βουνό» και η καταστροφή του πλησίαζε επικίνδυνα.

Advertisement
Advertisement

Έτσι, για να γλυτώσει, πούλησε ό,τι είχε και δεν είχε και με το ποσό που εισέπραξε εξόφλησε ολοσχερώς τους δανειστές του.

Προς στιγμήν ένοιωσε απέραντη αγαλλίαση και ξενοιασιά. Δεν χρωστούσε πλέον σε κανέναν!

Και όλα αυτά, μέχρι την επόμενη μέρα…

Τότε ήταν που συνειδητοποίησε, ότι δεν είχε πια δεκάρα τσακιστή και δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να χρηματοδοτήσει μια εργασία, που θα του εξασφάλιζε τα προς το ζην, αλλά αντιμετώπιζε και πρόβλημα επιβίωσης.

Το χειρότερο όλων όμως ήταν, ότι αν ήθελε να επιζήσει, θα έπρεπε να καταφύγει και πάλι στους άκαρδους τοκογλύφους, που τον περίμεναν να πέσει στην «αγκαλιά» τους σαν ώριμο φρούτο για να τον ξεφλουδίσουν καταλλήλως.

Τι δηλοί ο μύθος; Μας θυμίζει κάτι;

Advertisement

Μα σαφώς..! Την Ελλάδα μας…ποιαν άλλη;!

Από τη Μεταπολίτευση, και ιδιαίτερα μετά το 1981, λησμονήσαμε το όραμα και το έργο της οικονομικής Ανασυγκρότησης και τη δημιουργία ενός Ελληνικού ανταγωνιστικού παραγωγικού ιστού, στο πλαίσιο της τότε ΕΟΚ και νυν Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και δημιουργήσαμε ένα καταναλωτικό οικονομικό μοντέλο, χρηματοδοτούμενο με δανεικά.

Advertisement

Το κράτος δανειζόταν για να χρηματοδοτήσει εισαγωγές και όχι παραγωγικές επενδύσεις, οι δε πολίτες εκόντες- άκοντες, ικανοποιούσαμε τις καταναλωτικές μας δαπάνες με προϊόντα εισαγωγής.

Ιδού ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα δίδυμα ελλείμματα:

To μεν κράτος, δανειζόταν για να χρηματοδοτήσει τις εισαγωγές, δημιουργώντας δημοσιονομικά ελλείμματα και συσσωρεύοντας δημόσιο χρέος.

Advertisement

Οι δε πολίτες, ξόδευαν το εισόδημά τους για να χρηματοδοτούν το διαρκώς διογκούμενο έλλειμμα Εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο καθιστά, επί σειρά δεκαετιών, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών απελπιστικά αρνητικό.

Σημειωθήτω, ότι κατά την κρίσιμη τριακονταετία (1981 – 2010), το Ελληνικό κράτος εισέπραξε περί τα 200 δισεκ. ευρώ, κυρίως από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Συνοχής, τα ΕΣΠΑ κ.λπ., με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας.

Εμείς όμως πετύχαμε το ακατόρθωτο, εισπράττοντας 200 δισεκ. ευρωπαϊκών ενισχύσεων, χρεοκοπήσαμε και εισήλθαμε εμβρόντητοι στο κολαστήριο των Μνημονίων.

Advertisement

Ανακαλύπτοντας, ώ! του θαύματος, ότι τελικά, τα μη εξυπηρετούμενα ελλείμματα και χρέη δεν είναι δίδυμα, αλλά τρίδυμα.

Advertisement

Το έτερο «αδελφάκι» είναι το ιδιωτικό χρέος, που δημιουργήθηκε κυρίως από την άφρονα νομισματική μας πολιτική, και το «ανάστημά» του μετριέται σε δεκάδες δισεκατομμυρίων ευρώ κόκκινων τραπεζικών δανείων  και σε ακόμη υψηλότερες παγωμένες οφειλές προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ.

Τι έμεινε στη συλλογική μας μνήμη από την, ουσιαστικά, καταστροφική, τριακονταετία (1981 – 2010);

Μια γλυκειά  ανάμνηση και μια αφελής, κουτοπόνηρη για άλλους, νοσταλγία.

Advertisement

Τι, θα έπρεπε να μείνει όμως στο μυαλό μας;

Η μνήμη του ασυλλόγιστου συβαριτισμού μας και η αμετακίνητη απόφαση, να διαβούμε, επιτέλους, το δρόμο της πραγματικής Ανάπτυξης, προκειμένου να μην ξαναδιαβούμε το κατώφλι των τιμωρητικών και καταστροφικών μνημονίων.

Τι σημαίνει, όμως, «Πραγματική Ανάπτυξη»;

Πάντως όχι αυτή που στηρίζεται στην κατανάλωση με δανεικά.

Αυτού του είδους η ανάπτυξη μας θυμίζει το χρεοκοπημένο νεανία του μύθου, που καλοπερνούσε μη παράγοντας και δανειζόμενος.

Η Πραγματική και αειφόρος Ανάπτυξη, είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος ορθολογικής παραγωγής ανταγωνιστικών εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών, με στόχο την εγχώρια και παγκόσμια αγορά.

Οι καρποί της επιτυχούς εφαρμογής αυτού του συστήματος, εξασφαλίζoυν Δημοσιονομική ισορροπία, κοινωνική συνοχή και αύξηση του Εθνικού πλούτου (Δημόσιου και Ιδιωτικού), γεγονός που εξασφαλίζει πόρους και συνθήκες για νέες υγιείς επενδύσεις και συνεχιζόμενη ανάπτυξη.

Επί της ουσίας, στην περίπτωση της Ελλάδας, πώς επιτυγχάνεται μια τέτοιου είδους ανάπτυξη;

Ίσως πολύ πιο απλά από ότι θα φανταζόταν κανείς.

Η χώρα μας διαθέτει, σε παγκόσμιο επίπεδο, κρίσιμα συγκριτικά πλεονεκτήματα στον τομέα της παραγωγής προϊόντων (αγροδιατροφικά, ορυκτά, βιομηχανικά κ.ά.), την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών (τουρισμός, ναυτιλία κ.ά) και τις κατασκευές (ναυπηγήσεις, δημιουργία ψηφιακών και ενεργειακών δικτύων κ.ά).

 Ώστε η οργανωμένη παραγωγή τους, με συνεχή ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και τάσεων θα τα καθιστούσε ανταγωνιστικά και κερδοφόρα και βασικό εργαλείο για την ουσιαστική βελτίωση του αιωνίως ελλειμματικού Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών.

Η σκέψη, φαντάζομαι, είναι σωστή. Η τεχνογνωσία και οι τεχνοκράτες δεν μας λείπουν. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει και η απαραίτητη πολιτική βούληση.

Τι μας λείπει; Μα φυσικά, τα απαιτούμενα επενδυτικά κεφάλαια. Υπάρχουν άραγε;

Αυτό είναι το μόνο σίγουρο!

Αδιάψευστοι μάρτυρες, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και η δυνατότητα της Κυβέρνησης να προεξοφλεί  χρονικά νωρίτερα, κατά μέσο όρο, 10 έως 12 έτη, πριν την κανονισμένη λήξη τους, οφειλόμενες δόσεις χαμηλοτόκων και μακροπροθέσμων δανείων, από την εποχή των μνημονίων (κυρίως GLF).

Συγκεκριμένα, από το 2019 μέχρι σήμερα, δαπανήθηκαν για πρόωρες πληρωμές περί τα 36 δισεκ. ευρώ, ενώ μόνο το 2026 καταβλήθηκαν περί τα 13 δισεκ. ευρώ. για δόσεις, οι οποίες έληγαν κανονικά πολύ αργότερα.

Ας αναρωτηθούμε τώρα  κάτι πρακτικό…

Τι θα γινόταν εάν αύριο κιόλας εξοφλούσαμε ολοσχερώς όλα μας τα δάνεια;

Πρώτα – πρώτα θα πανηγυρίζαμε!

Αμέσως μετά θα σοβαρευόμασταν, συνειδητοποιώντας την άθλια παραγωγική μας βάση, κυρίως στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας.

  Ακολούθως θα σπεύδαμε στο κατώφλι των άσπλαχνων δανειστών, για να καλύψουμε και πάλι με δανεικά τις βασικές μας ανάγκες (μισθούς, συντάξεις, υγεία, παιδεία, τρόφιμα κ.λπ.) με σίγουρα πολύ χειρότερους όρους αυτή τη φορά.

Και τέλος θα κατανοούσαμε τις ομοιότητες και τις αναλογίες της άθλιας οικονομικής διαχείρισης της δύσμοιρης χώρας μας, με αυτή του ανόητου νεανία του εισαγωγικού μας μύθου.

Πώς θα μπορούσαμε, όμως, να αποφύγουμε τα τραγική του κατάληξη;

Πολύ απλά, αφού συνειδητοποιήσουμε, ότι για την κακή μας μοίρα φταίει η ανικανότητά μας να παράγουμε, πρέπει να σπεύσουμε προς εξασφάλιση  των απαραίτητων επενδυτικών κεφαλαίων, για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού παραγωγικού ιστού, αξιοποιώντας όχι μόνο τους ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά και τα μεγάλα εγχώρια πλεονάσματά μας.

Κατευθύνοντας αυτά στη χρηματοδότηση των επενδύσεων που αναφέραμε ανωτέρω, θέτουμε τις βάσεις για την οικοδόμηση ενός αξιόπιστου και αειφόρου οικονομικού μοντέλου, που δεν θα βασίζεται στην κατανάλωση με δανεικά, αλλά στην παραγωγική αξιοποίηση των πλεονασμάτων και των λοιπών υγειών χρηματοδοτικών εργαλείων της Ε.Ε.

Συμπέρασμα: Αντί να πληρώνουμε οφειλές πολύ πριν την ώρα τους, ας φροντίσουμε με τα χρήματα των προπληρωμών να παράγουμε εθνικό πλούτο, ώστε και οι κανονισμένες δόσεις να πληρώνονται στην ώρα τους και οι βάσεις της πραγματικής ανάπτυξης να τεθούν.

Ηθικό δίδαγμα: Την ώρα που οι διεθνείς εξελίξεις απειλούν ευθέως την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, η μέριμνά μας για την εξασφάλιση, ει δυνατόν, της αυτάρκειάς  μας, τουλάχιστον στα είδη πρώτης ανάγκης, αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα και εθνικό καθήκον.

Υ.Γ. Το άφησα τελευταίο επίτηδες, για να τονισθεί περισσότερο: Η αποεπένδυση της αμυντικής μας βιομηχανίας πρέπει να αντιστραφεί άρδην ώστε να αποτελέσει όχι μόνο μοχλό ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, αλλά και ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ.