Ο θυμόσοφος λαός, δεν υπήρξε πάντα θυμόσοφος, αλλά πολλές φορές άστοχος και άδικος. Μία από τις άδικες «θυμοσοφίες» του υπήρξε και η ρήση: «Καμιά δουλειά δε είναι ντροπή». Εκτός του ότι υπάρχουν δουλειές που είναι ντροπή, όπως, για παράδειγμα, του τοκογλύφου και του σωματεμπόρου, ο «θυμόσοφος» λαός επέλεξε να εντάξει τη λέξη «λούστρος», που αναφέρεται σε επαγγελματική ιδιότητα, στο υβρεολόγιό του και παρότι ουδεμία έντιμη εργασία φέρει ντροπή, όσο ευτελής και αν είναι, η λέξη «λούστρος» ταυτίστηκε με προσβλητικές έννοιες, όπως άξεστος, ανυπόληπτος, τιποτένιος, αναξιοπρεπής και άλλες, ων ουκ έστιν αριθμός.

Οι Πέρσες – λούστροι, οι ονομαζόμενοι «Ατζέμηδες»*

Οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του λούστρου, εμφανίστηκαν στην Αθήνα γύρω στο 1870 και προερχόντουσαν οι περισσότεροι από την Αρκαδία, κυρίως από τα χωριά της Μεγαλόπολης και της Γορτυνίας. Άνθρωποι πάμπτωχοι, κυρίως παιδιά, ρακένδυτα και ξυπόλυτα, δούλεψαν ως λούστροι για να ..επιζήσουν.

Advertisement
Advertisement

Περίπου το 1889, εμφανίστηκε στην Αθήνα ο πρώτος Πέρσης που ξεκίνησε να εργάζεται ως λούστρος, ονόματι Αλή Αγάς. Ο Αλή έστησε το κασελάκι του στην Πλατεία Ομονοίας, μπροστά στο ζαχαροπλαστείο των αδελφών Μπαλακάκη, που βρισκόταν κάτω απ΄το μέγαρο «Μέγας Αλέξανδρος», κατοικία του ευεργέτη από την Κορυτσά, Ιωάννη Πάγκα ή Μπάγκα.

Ο Αλή Αγάς έκανε χρυσές δουλειές. Το κασελάκι του ήταν διαφορετικό απ΄ τα κασελάκια των υπόλοιπων λούστρων που τότε ήταν ξύλινα κιβωτιάκια. Το δικό του ήταν μεγάλο, από χοντρό, καλολουστραρισμένο ξύλο και με καθρέφτες, που όμοιό του δεν είχαν ματαδεί στην πρωτεύουσα.

Εντυπωσιασμένοι οι περαστικοί τον ρωτούσαν με περιέργεια, τί πουλάει: -Παπούτσια αλίζω! έλεγε ο Αλή, που μιλούσε «τσάτρα-πάτρα» την ελληνική γλώσσα. Πολύ σύντομα εμφανίστηκαν και άλλοι Πέρσες, που οι Έλληνες αποκαλούσαν «Ατζέμηδες», από την αραβική λέξη Ajamπου σημαίνει μη Άραβας και αναφέρεται στους Πέρσες, οι οποίοι άρχισαν να εργάζονται ως λούστροι. Οι «Ατζέμηδες» κατέλαβαν πόστα στην πλατεία Ομονοίας και σιγά σιγά επεκτάθηκαν στην οδό Σταδίου.

Λέγεται, και το πιθανότερο είναι, ότι η άφιξή τους συνδέθηκε με την μόδα που είχε καταλάβει τις κυρίες του «καλού κόσμου» να στολίσουν τα σπίτια τους με τα περίφημα περσικά χαλιά. Έτσι και ο Αλή ακολουθώντας κάποιο θείο του, έμπορο χαλιών, έφτασε στην Ελλάδα και τελικά ρίζωσε. Ο Ζαχ. Παπαντωνίου θα γράψει  το 1911, ότι οι Πέρσες υπήρξαν σπουδαίοι στιλβωτές και ότι από εκείνους διδάχθηκαν οι Έλληνες την «λουστρική τέχνη».

Με τον καιρό, όμως, η συνύπαρξη άρχισε να γίνεται προβληματική, καθώς οι Έλληνες ένοιωθαν ότι ζημιώνονται οικονομικά απ΄ την παρουσία των ξένων και ξεκίνησαν μεταξύ τους οι προστριβές, αλλά και άγριοι τσακωμοί. Τελικά, οι Πέρσες υποδηματοκαθαριστές βαθμηδόν «εξοντώθηκαν», εκτός ελαχίστων, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Αλή, που το 1908 γιόρτασε τα εικοσάχρονα της παραμονής του στην Αθήνα.

Οι ταχυδρόμοι του έρωτα

Το οξύμωρο είναι ότι, παρόλο το ντροπιαστικό φορτίο που έσερνε το όνομα «λούστρος», οι πολίτες τους εμπιστεύονταν και τους ανέθεταν διάφορες δουλειές και μικροθελήματα, τα οποία εκείνοι πρόθυμα ανελάμβαναν διότι τα φιλοδωρήματα, τους βοηθούσαν να επιβιώσουν. Μία δουλειά, που υπήρξε και μονοπώλιο, ήταν η διεκπεραίωση της αλληλογραφίας των ερωτευμένων, την οποία δεν πρέπει να υποτιμάμε, διότι χρειαζόταν μεγάλη προσοχή και εχεμύθεια, τόσο κατά την παραλαβή του «ραβασακίου», όσο και κατά την παράδοση του, με ασφάλεια στα χέρια του παραλήπτη/πτριας. Κυκλοφορούσε και το ακόλουθο τετράστιχο:

Advertisement

«Λούστρος είμαι στην Αθήνα

Και γυαλίζω τα γοβάκια

Και γυρίζω στα σοκάκια

Advertisement

Και μοιράζω ραβασάκια»

Μάλιστα το 1922, ο πρόεδρός τους είχε ανακοινώσει επισήμως ότι: «Σταματάμε και κηρύσσουμε μποϊκοτάζ εις τους ερωτευμένους με ραβασάκια και δεν θα είμεθα οι ενδιάμεσοι των ερώτων κρυφά απ τους γονείς».

Οι λούστροι, εφημεριδοπώλες και ταχυδρόμοι

Εφημεριδοπώλες-ΑΣΤΥ-1-11-1891σ1

Οι λούστροι υπήρξαν οι πρώτοι ταχυδρόμοι, τότε που δεν υπήρχαν οργανωμένα ταχυδρομεία με δικούς τους υπαλλήλους, αλλά και οι πρώτοι εφημεριδοπώλες. Υπήρξαν ικανότατοι στις αποστολές που ανελάμβαναν. Από τα ξημερώματα στα πρακτορεία παρελάμβαναν τις εφημερίδες και αφού τις φορτωνόντουσαν, με θαυμαστή ταχύτητα, διασχίζοντας οδούς, διαλαλούσαν την έκδοσή τους και τα σπουδαία νέα. Η ενασχόληση αυτή, τους είχε φέρει κοντά με τον δημοσιογραφικό κόσμο που πραγματικά τους στήριξε και βοήθησε να ακουστούν τα βάσανα και τα παράπονά τους για την απαξίωση που υφίσταντο, μέσα απ τα χρονογραφήματα των εφημερίδων τους.

Advertisement
ΑΚΡΟΠ-16-6-1933 (1)

Γιατί είναι βρισιά η λέξη «λούστρος»;

Κάποτε, διηγείται ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, τον επισκέφτηκε ένας λουστράκος με το κασελάκι του στον ώμο, με τα χέρια μουτζουρωμένα, τα ενδύματα ξεθωριασμένα, το προσωπάκι του άπλυτο, ξυπόλυτος και ζήτησε να του πει το παράπονό του.

-Καλημέρα σας! Μπορώ σας παρακαλώ να πω τα παράπονά μου;

-Εμπρός, αλλά σύντομα, του απάντησε ο δημοσιογράφος

Advertisement

Του διηγήθηκε λοιπόν ότι δύο καλοντυμένοι και γαντοφορεμένοι κύριοι, αρπάχτηκαν και άρχισαν να βρίζουν ο ένας τον άλλο με λόγια που ντρεπόταν ο λουστράκος να μεταφέρει. Και μεταξύ των βρισιών αποκάλεσε ο ένας τον άλλο «λούστρο».

Advertisement

«Γιατί είναι βρισιά η λέξη λούστρος, κύριε»; Ρώτησε ο λουστράκος.

Ο δημοσιογράφος του απάντησε ότι δεν ξέρει. Αλλά του πρότεινε το εξής: «Όταν θα τσακώνεστε και σεις μεταξύ σας να αποκαλείτε ο ένας τον άλλο «έμπορο»! Αίφνης δηλαδή θα λέτε: «Σκάσε ρε έμπορα!» και έτσι θα εκδικηθείτε».

Οι λούστροι, παρά την ανέχεια και τη σκληρή ζωή τους, ήταν άνθρωποι με χιούμορ, εύστροφοι και τα πειράγματά τους ήταν δηκτικά, σπιρτόζα και χαριτωμένα.

Advertisement

Ένας εύθυμος διάλογος για του (δημοσιογραφικού) λόγου το αληθές:

Ο λούστρος: Γυάλισμα κύριε;

Ο κύριος: Όχι!

Ο λούστρος: Αν σας τα γυαλίσω θα βλέπετε το πρόσωπό σας, σαν καθρέφτη!

Ο κύριος: Είπα ΟΧΙ!

Ο λούστρος (αποκαρδιωμένος): Δειλέ!!!!!!!

Κάποιο άλλο λουστράκι είχε ένα παπούτσι (ίσως όχι δικό του, γιατί τα λουστράκια συνήθως ήταν ξυπόλυτα) και το κρατούσε μπροστά στο πρόσωπό του και χτενιζόταν, λέγοντας δυνατά:

-Πωπω! Καθρέφτης μοναχός!!

Λούστροι-ΘΕΑΤΗΣ-1941

Όταν οι λούστροι προσφωνούνταν «Άνδρες Αρκάδες», για τις «ανάγκες» των εκλογών…

Οι λούστροι χρησιμοποιήθηκαν και από τους πολιτικούς, οι οποίοι, κατά την διάρκεια των προεκλογικών περιόδων, τους προσφωνούσαν: «Άνδρες Αρκάδες»!, λόγω της καταγωγής τους.

Στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας, το 1883, κατά την εκλογική διαμάχη μεταξύ του Δημητρίου Σούτσου, που ήταν τότε δήμαρχος, και του Βασιλείου Μελά, οι λούστροι τάχθηκαν υπερ του Σούτσου που στήριζε, υποτίθεται, τους φτωχούς και αδύναμους και χρησιμοποιήθηκαν κατά του Μελά που στήριζε τους επιχειρηματίες, τους χρυσοκάνθαρους, όπως τους αποκαλούσαν. Οι δε φίλοι του Σούτσου, για να δείξουν πως δεν τους πείραζε το κοσμητικό επίθετο «λούστροι», που τους έσουρναν οι αντίπαλοι, είχαν οργανώσει στους δρόμους προεκλογική εκστρατεία με άμαξες και σε κάθε μία είχαν κρεμάσει ένα κασελάκι. Τραγουδούσαν μάλιστα με τη συνοδεία οργάνων:

 «Ταρλαμπούμπα ταρλαμπά, βάλτε μαύρο του Μελά»!

Ο Δημήτριος Σούτσος κέρδισε, πάλι, τις δημοτικές εκλογές, ο δε Μελάς δεν εκλέχτηκε ούτε δεύτερος!

Το ίδιο έγινε και στις βουλευτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 1890, που οι περισσότεροι λούστροι στήριζαν, προφανώς λόγω αρκαδικής συντοπιότητας, το Δεληγιαννικό κόμμα, το «κορδόνι», όπως λεγόταν. Στην μεγάλη, όμως, προεκλογική διαδήλωση του κόμματος του Δεληγιάννη, οι λούστροι που προπορεύονταν, μέσα στον ενθουσιασμό τους, ξέχασαν ότι ηγούντο πολιτικής διαδήλωσης και άρχισαν να φωνάζουν με στεντόρεια φωνή: «Κύριε Ελέησον! Κύριε Ελέησον»!

Τα «φυλετικά μίση» των λούστρων

Τα φυλετικά μίση δεν εκτονώθηκαν μόνο απέναντι στους Πέρσες. Και οι λούστροι είχαν, όπως όλοι μας, τις αδυναμίες και τις απόψεις τους. Ειδικά όταν επρόκειτο για ιστορικά θέματα, ήταν άτεγκτοι.

Οι Μωραϊτες αντιπαθούσαν τους Στερεοελλαδίτες, οι Στερεοελλαδίτες τους Νησιώτες και ούτω καθεξής.

Ιδίως μισούντο οι Μανιάτες και οι Κρητικοί! Ο καθένας θεωρούσε τους συμπατριώτες του ανδρειότερους από του άλλου. Και κανένας δεν το έβαζε κάτω, οπότε άρχιζε ο καυγάς.

-Ρε, αν δεν ήταν ο Γέρο – Κολοκοτρώνης δεν θα είμασταν ελεύθεροι την σήμερον, ρεεε!

-Ρε, ίντα λες, ρε; Κάνετε το παλληκάρι , που σας έδωσε να καταλάβετε ο Μπραϊμης ρε;

-Ρε, εμάς ή εσάς που…

Και από τα λόγια, ερχόντουσαν στα έργα και στις γροθιές. Μάλιστα, όπως μας αφηγείται ο Γεώργιος Τσοκόπουλος, σε ένα τέτοιο καυγά μεταξύ Μανιατών και Κρητικών που έγινε στην Ομόνοια, οι «συμπατριώτες του Γέρο Κολοκοτρώνη» ξυλοκοπήθηκαν αγρίως και από τότε το φυσούσαν και δεν κρύωνε.

Οι επαγγελματικές αντιζηλίες – «Καλοκαιρινάδες» εναντίον «χειμωνάδων».

Οι δουλειές του δρόμου είχαν και αντιζηλίες. Μία έριδα μεταξύ ενός καστανά και υπαίθριου υποδηματοκαθαριστή (λούστρου) περιγράφεται στην εφημερίδα «Εμπρός», το 1923, για την οποία, μάλλον, «ευθύνεται» το «Νέο Ημερολόγιο» (Γρηγοριανό), που υιοθέτησε, εκείνη τη χρονιά, η χώρα μας:

-Σαν νωρίς μας κόπιασες! Απευθύνεται ο λούστρος στον πλανόδιο καστανά.

-Όχι θα σε ρωτήσω!, Αμύνθηκε εκείνος με τραχιά, ορεινή φωνή.

-Τι διάολο, από τώρα μας έφερες το χειμώνα; επέμενε ο λούστρος

-Μονάχα για σένα δουλεύει ο Θεός; απάντησε ο καστανάς.

-Μα μόλις μπήκε ο Σεπτέμβριος!

-Κοντεύει να βγει! διαμαρτυρήθηκε ο καστανάς και έσυρε ένα βρωμερό καζαμία από την τσέπη του, προσθέτοντας:

-Αρκετά δουλέψατε εσείς οι Καλοκαιρινάδες! Πρέπει να δουλέψουμε και εμείς οι χειμωνάδες!

Γυναίκα λούστρος, ή «γυαλίστρα» ή «λούστρα» ή «λούστραινα»

Το 1904, θα κάνουν την εμφάνισή τους δύο γυναίκες, λούστροι, που θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον και την πελατεία. Η Παναγιώτα Μπαλωμένου από τη Λάρισα, που ο άντρας της είχε φύγει για Αμερική πριν δύο χρόνια και την λησμόνησε και η Κατερίνα Λαγού, με ανήμπορο άντρα και έξη παιδιά. Γυναίκες με βάσανα και ανάγκες, δεν πτοήθηκαν από το απαξιωμένο και δύσκολο επάγγελμα του λούστρου και θα στήσουν τα κασελάκια τους μεταξύ «Γορτύνιων και Περσών» για να βγάλουν τον επιούσιο.

Το 1911, μια άλλη, νέα γυναίκα, θα προσθέσει το κασελάκι της στην Ομόνοια. Και αυτή αποτέλεσε αντικείμενο παρατήρησης, σαν να ήταν περίεργο ον. Τα σχόλια δεν έλειψαν ούτε για εκείνη. «Χάλασε ο κόσμος», κουνούσε το κεφάλι, μυκτηρίζοντας ο…θυμόσοφος λαός, γιατί, «ως γνωστό», πιο κοντά στη φύση μιας γυναίκας θα ήταν να εκπορνεύεται, απ το να βγει στο πεζοδρόμιο και να εργαστεί δίπλα σε άντρες.

Λούστροι διανοούμενοι

 Ο δημοσιογράφος ‘Αγγελος Ν. Βερύκιος

Το 1904, δύο προσωπικότητες, ο δημοσιογράφος και εκδότης,  Άγγελος Ν. Βερύκιος και ο φοιτητής και συγγραφέας, Περικλής Λουκόπουλος, θα ταράξουν την ζωή της Αθήνας με την απόφαση τους να εργαστούν ως λούστροι.

Ο Άγγελος Βερύκιος (1848-7.9.1910), ο ‘Αντζολο, όπως μας πληροφορεί ο Ξενόπουλος ότι τον αποκαλούσαν οι Ζακυνθινοί, καταγόταν από ευγενή οικογένεια Ριζοσπαστών της Ζακύνθου. Ήταν φιλόλογος, δημοσιογράφος και εκδότης των εφημερίδων «Χωρικός» και «Πατριώτης» στη Ζάκυνθο και το 1878 του «Ριζοσπάστη» στην Αθήνα. Ξενιτεύτηκε, στη συνέχεια, στην Βραΐλα της Ρουμανίας, όπου εργάστηκε ως αρχισυντάκτης της ελληνικής εφημερίδας «Σύλλογος Βουκουρεστίου». Γύρισε και προσπάθησε, το 1892, να επανεκδώσει τον «Πατριώτη» στη Ζάκυνθο, αλλά σύντομα απέτυχε. Αποφάσισε και ήρθε στην Αθήνα, αλλά δεν τον στήριξε κανείς.

Υπήρξε άνθρωπος αφοσιωμένος με θρησκευτική ευλάβεια στις αρχές του. Διακρινόταν για το θάρρος της γνώμης του, την καυστική ειρωνεία και στο γραπτό του λόγο χρησιμοποιούσε ένα δημοτικό γλωσσικό ιδίωμα. Ίσως αυτό το τελευταίο, μαζί με την θαρραλέα έκφραση της γνώμης του, να υπήρξαν τροχοπέδη στην επαγγελματική του σταδιοδρομία στην πρωτεύουσα.

Έχοντας πρόβλημα επιβίωσης, αποφάσισε να γίνει λούστρος! Δανείστηκε χρήματα, κάποιοι είπαν ότι πούλησε το παλτό του, πήρε ένα κασελάκι και στήθηκε στην οδό Σοφοκλέους έξω απ’ το Χρηματιστήριο. Ο Τύπος της εποχής, προς τιμή του, άστραψε και βρόντηξε, κατηγορώντας την Πολιτεία ότι αφήνει ανθρώπους με τέτοια μόρφωση και τόσες ικανότητες, να αναγκάζονται να μετέρχονται ένα επάγγελμα που δεν είναι γιαυτούς. Η Κυβέρνηση αναγκάστηκε, σχεδόν, να απολογηθεί και ο Βερύκιος διορίστηκε Επιστάτης στο Πρακτικό Λύκειο.

Δύο χρόνια πριν φύγει απ’ τη ζωή, το 1908, έστειλε ένα άρθρο στην εφημερίδα «Πατρίς του Βουκουρεστίου» και μεταξύ άλλων, έγραφε: «(…) Και αλήθεια μου απόμεινε στα γεράματά μου η πίκρα, πως εις τον κοινωνικό αγώνα του τόπου μου ενικήθηκα, αλλ΄ έχω τουλάχιστον στην μεγάλη μου λύπη και μία μικρή παρηγοριά πως εις το κεφάλαιο της γλώσσας κάτι έκαμα».

Ο Περικλής Λουκόπουλος, φοιτητής και συγγραφέας, με καταγωγή απ΄ τα Φιλιατρά, αντιθέτως, δεν αναγκάστηκε από  οικονομική ανέχεια να γίνει λούστρος.

Λουκόπουλος-Περικλής-ΚΑΙΡΟΙ-28-2-1904 (1)

Τον οδήγησε η απογοήτευση του γιατί τα τέσσερα θεατρικά του έργα δεν έβρισκαν από το Βασιλικό Θέατρο την προσοχή που, όπως πίστευε ο ίδιος, τους άξιζε και σκέφτηκε ότι με αυτή του την κίνηση, θα τραβήξει την προσοχή της Κοινής Γνώμης. Όντως, μέσα σε τέσσερις μέρες, έγινε γνωστός και έλαβε, όχι μόνο επιστολές στήριξης και θαυμασμού, αλλά και χρήματα, οπότε εγκατέλειψε το επάγγελμα του λούστρου. ‘Ενα έργο του, «Ο αναρχικός», διαφημιζόταν στις εφημερίδες. Γράφτηκε, επίσης, ότι θα άνοιγε καπνοπωλείο στα Χαυτεία. Μάλλον όμως έφυγε για την πατρίδα του, τα Φιλιατρά, όπως μας πληροφορεί ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, Θόδωρος Συναδινός.  

Με τα χρόνια το επάγγελμα του λούστρου, ένα επάγγελμα που υπέφερε τα πάνδεινα, συγκαταλέχθηκε στα «επαγγέλματα που χάθηκαν». Άλλωστε και οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν. Πολλά λουστράκια, οι μικροί αυτοί γαβριάδες, που δέχθηκαν όλο αυτό το βάρος των ατιμωτικών συγκρίσεων, έμαθαν γράμματα και πρόκοψαν. Κάποια άνοιξαν δικά τους μαγαζιά. Στιλβωτήρια!

Παρόλα αυτά, η λέξη «λούστρος» συνεχίζει, αποδιδόμενη σε οποιονδήποτε δεν εξασκεί το επάγγελμα αυτό, να αποτελεί ύβρη.

«Δεν υπάρχουν άλλα επαγγέλματα για να χρησιμεύσουν ως όρος συγκρίσεως μιάς πεζής ή χυδαίας αντιλήψεως»; είχε αναρωτηθεί σε χρονογράφημα του στην «Πρωϊα» το 1926, ο Παύλος Νιρβάνας.-