Η Τουρκία επιχειρεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, ανοίγοντας ένα νέο πεδίο διπλωματικής διείσδυσης: την Αίγυπτο. Η πρότασή της για συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με το Κάιρο, συνοδευόμενη από τον ισχυρισμό ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην αιγυπτιακή πλευρά περίπου 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα περισσότερης θαλάσσιας δικαιοδοσίας σε σύγκριση με μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Ελλάδα, συνιστά κίνηση με σαφές γεωστρατηγικό αποτύπωμα.
Μια τέτοια συμφωνία θα είχε συνέπειες πολύ ευρύτερες από την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Θα μπορούσε να επηρεάσει τις περιφερειακές ισορροπίες, να δοκιμάσει τη στρατηγική σύγκλιση Αθήνας και Καΐρου και να προσδώσει νέα δυναμική στις τουρκικές επιδιώξεις.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Αίγυπτος θα αποδεχθεί την τουρκική πρόταση, αλλά αν η Αθήνα διαθέτει την πολιτική βούληση και τη στρατηγική διορατικότητα να ενισχύσει εγκαίρως τη σχέση της με το Κάιρο.
Η τουρκική προσφορά και η γεωπολιτική στόχευση
Στις 28 Οκτωβρίου, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε την ετοιμότητα της Άγκυρας να υπογράψει συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Αίγυπτο. Σύμφωνα με το Anadolu, η τουρκική πλευρά υποστήριξε ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο Κάιρο περισσότερα από 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα πρόσθετης θαλάσσιας δικαιοδοσίας σε σύγκριση με μια πιθανή συμφωνία με την Ελλάδα.
Ο αριθμός αυτός αποτελεί τουρκικό ισχυρισμό και όχι αναγνωρισμένο νομικό δεδομένο. Η πολιτική χρησιμότητά του, ωστόσο, είναι σαφής. Η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την πρότασή της ως περισσότερο συμφέρουσα για την Αίγυπτο, μεταφέροντας τη συζήτηση από τις αρχές του διεθνούς δικαίου σε μια αριθμητική σύγκριση δυνητικών κερδών.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της τουρκικής πρωτοβουλίας. Η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τη διμερή προσέγγιση με το Κάιρο σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης του περιφερειακού περιβάλλοντος. Μια συμφωνία θα αποτελούσε σημαντική διπλωματική επιτυχία για την Τουρκία, ιδίως μετά τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διεύρυνσης των περιφερειακών ερεισμάτων της Τουρκίας, αξιοποίησης των ενεργειακών και θαλάσσιων ανταγωνισμών και περιορισμού της δυνατότητας άλλων κρατών να διαμορφώνουν κοινό μέτωπο απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Η Αίγυπτος αποτελεί κρίσιμο κρίκο αυτής της προσπάθειας, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, του πολιτικού της βάρους και της επιρροής της στη Λιβύη και στον αραβικό κόσμο.
Το Κάιρο έχει δική του ατζέντα
Η αιγυπτιακή αντίδραση στην επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ήταν κατηγορηματική. Το Κάιρο υποστήριξε ότι η απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την Αίγυπτο και ότι το μνημόνιο προσβάλλει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και την υφαλοκρηπίδα.
Στις επαφές του με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελάτι επανέλαβε τις αντιρρήσεις του Καΐρου. Η στάση της αιγυπτιακής πλευράς συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες κινήσεις.
Όπως αποκάλυψε η Ahram Online, η Αίγυπτος προετοιμάζει νομικό φάκελο με τη συμμετοχή ειδικών στο διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, διατηρεί επαφές με την Τουρκία και τη Λιβύη, ενώ επιδιώκει συντονισμό με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη διεθνή κοινότητα.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Κάιρο αντιμετωπίζει το ζήτημα πρωτίστως ως υπόθεση που αφορά τα δικά του θαλάσσια και κυριαρχικά συμφέροντα. Η αντίθεσή του στο μνημόνιο εδράζεται στην εκτίμηση ότι οι τουρκολιβυκές διευθετήσεις μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τα δικαιώματα της ίδιας της Αιγύπτου. Η σύμπτωση με τις ελληνικές θέσεις είναι ουσιαστική, αλλά δεν πρέπει να εκληφθεί ως αυτόματη ταύτιση των δύο χωρών.
Αυτό ακριβώς οφείλει να λάβει υπόψη της η Αθήνα. Η Αίγυπτος διατηρεί στρατηγική αυτονομία και θα συνεχίσει να αξιολογεί τις επιλογές της με βάση τις δικές της προτεραιότητες. Η τουρκική πρόταση μπορεί να της προσφέρει ένα πρόσθετο διαπραγματευτικό χαρτί, ακόμη και αν το Κάιρο εξακολουθεί να διαφωνεί με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται, επομένως, να κατανοήσει τόσο τα σημεία σύγκλισης όσο και τα όρια της αιγυπτιακής πολιτικής.
Η ευκαιρία της Αθήνας: Από τη μερική συμφωνία στη στρατηγική εμβάθυνση
Η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου, τον Αύγουστο του 2020, αποτέλεσε σημαντικό διπλωματικό επίτευγμα. Δημιούργησε ένα πλαίσιο συνεργασίας στη βάση του διεθνούς δικαίου και ανέδειξε τη δυνατότητα δύο γειτονικών κρατών να επιλύουν ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης μέσα από διαπραγμάτευση.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν κάλυψε το σύνολο της θαλάσσιας περιοχής που ενδιαφέρει τις δύο χώρες. Οι εκκρεμότητες παραμένουν και η σημερινή συγκυρία καθιστά την πρόοδο των διαπραγματεύσεων ακόμη πιο επιτακτική.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η συμφωνία του 2020 αφορά μερική οριοθέτηση και δεν καλύπτει τη θαλάσσια περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, όπου βρίσκεται το σύμπλεγμα του Καστελόριζου. Η εκκρεμότητα αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο και ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα: την εφαρμογή του άρθρου 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και τη θέση των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Το Καστελόριζο, ως νησιωτικό σύμπλεγμα, θεμελιώνει δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με τη Σύμβαση. Η ακριβής επίδρασή του, ωστόσο, στη χάραξη μιας μελλοντικής οριογραμμής με γειτονικά κράτη αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα, το οποίο δεν έχει επιλυθεί με τη συμφωνία του 2020. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να επιδιώξει τη συνέχιση των συνομιλιών με το Κάιρο, διαφυλάσσοντας παράλληλα τις θέσεις της για το σύνολο των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Στις 22 Οκτωβρίου, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Σύμφωνα με το Reuters, οι δύο πλευρές συζητούν επίσης την προοπτική επέκτασης της συμφωνίας προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της Κύπρου.
Η εξέλιξη αυτή προσφέρει στην Αθήνα ένα σημαντικό διπλωματικό περιθώριο. Η προτεραιότητα πρέπει να είναι η σταθερή πρόοδος στις συνομιλίες, η διαμόρφωση συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος διαβουλεύσεων και η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων. Στόχος είναι η ολοκλήρωση της οριοθέτησης εκεί όπου παραμένουν εκκρεμότητες, με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στα δικαιώματα των δύο χωρών.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται να ζητήσει από την Αίγυπτο να επιλέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Χρειάζεται να καταστήσει τη συνεργασία με την Ελλάδα μια σταθερή και επωφελή στρατηγική επιλογή για το Κάιρο.
Αυτό απαιτεί συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ενεργειακή συνεργασία, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι επενδύσεις, η ναυτιλία και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών μπορούν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο πλέγμα κοινών συμφερόντων. Η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκή γέφυρα για την Αίγυπτο, συνδέοντας την οικονομική και ενεργειακή της ανάπτυξη με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.
Μια τέτοια προσέγγιση θα προσέδιδε στη διμερή σχέση μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις μεταβολές των περιφερειακών συσχετισμών. Η στρατηγική συνεργασία χρειάζεται να στηρίζεται σε απτά οφέλη και αμοιβαίες δεσμεύσεις, ώστε να διατηρεί τη δυναμική της ακόμη και όταν οι σχέσεις των δύο χωρών με τρίτους μεταβάλλονται.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η μάχη για τη διεθνή νομιμότητα
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης επαναφέρει με ένταση μια διαφορά που παραμένει ανοιχτή από το 2019. Η απόφαση έχει πολιτική σημασία, καθώς μεταβάλλει την προηγούμενη στάση του συγκεκριμένου λιβυκού θεσμού. Δεν εξαλείφει, όμως, τις νομικές αντιρρήσεις που έχουν διατυπώσει η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Κύπρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ελληνική θέση είναι ότι το μνημόνιο παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Κάσος και η Ρόδος. Η Αθήνα υποστηρίζει επίσης ότι μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών.
Στις 26 Οκτωβρίου, η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Κύπρος, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ευρωπαϊκή Ένωση διατύπωσαν κοινή αντίθεση στην επικύρωση του μνημονίου, σε δήλωση που παρουσιάστηκε από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη στη Νέα Υόρκη. Όπως μετέδωσε η Ahram Online, οι πλευρές υπογράμμισαν ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν μεταβάλλει τη νομική κατάσταση του μνημονίου και δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση οριοθέτησης ούτε να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Η κοινή αυτή παρέμβαση έχει πολιτική και διπλωματική αξία. Αναδεικνύει ότι οι αντιρρήσεις απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο υπερβαίνουν το πλαίσιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Αφορούν ευρύτερα την περιφερειακή σταθερότητα και την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.
Στις 29 Οκτωβρίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, προεδρεύοντας σε ανοικτή συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη θαλάσσια ασφάλεια, επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Υπογράμμισε ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να δικαιολογούν μια τέτοια οριοθέτηση, ενώ η συμφωνία αγνοεί την ύπαρξη και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού εντάσσει το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: την ανάγκη προστασίας της διεθνούς έννομης τάξης και της ελευθερίας των θαλάσσιων οδών. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη διάσταση, περνώντας από την επανάληψη των εθνικών θέσεων σε πρωτοβουλίες, συμμαχίες και συγκεκριμένες προτάσεις περιφερειακής συνεργασίας.
Η Αίγυπτος δεν είναι έπαθλο. Είναι στρατηγικός συνομιλητής
Η μεγαλύτερη παγίδα για την Αθήνα θα ήταν να θεωρήσει ότι η σημερινή αιγυπτιακή στάση εγγυάται αυτομάτως τη μελλοντική της συμπεριφορά. Η Αίγυπτος δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την αυτονομία της εξωτερικής της πολιτικής για να εξυπηρετήσει τις ελληνικές επιδιώξεις. Θα συνεχίσει να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, εφόσον εκτιμά ότι αυτό εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή την πραγματικότητα. Η προσέγγιση με το Κάιρο έχει αποκτήσει νέα δυναμική και η πρόταση για τις θαλάσσιες ζώνες αποτελεί προσπάθεια να μετατραπεί η πολιτική προσέγγιση σε ουσιαστική στρατηγική συνεργασία.
Η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο εφησυχασμού. Οφείλει να κινηθεί με πρωτοβουλία, ταχύτητα και σαφή στρατηγικό προσανατολισμό: να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις για τις θαλάσσιες ζώνες, να ενισχύσει την ενεργειακή και οικονομική συνεργασία, να συντονιστεί στενότερα με την Κύπρο και να αξιοποιήσει τη δυνατότητα σύνδεσης της Αιγύπτου με τις ευρωπαϊκές δομές.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποσπάσει η Αθήνα ακόμη μία δήλωση υποστήριξης από το Κάιρο. Είναι να δημιουργήσει ένα πλέγμα κοινών συμφερόντων που θα καθιστά τη συνεργασία με την Ελλάδα στρατηγικά επωφελή για την Αίγυπτο, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε σχέσεις της με την Τουρκία.
Η Ανατολική Μεσόγειος θα διαμορφωθεί από την ικανότητα των κρατών να αντιλαμβάνονται εγκαίρως τις μεταβολές, να αξιοποιούν τις ευκαιρίες και να οικοδομούν σχέσεις με πραγματικό βάθος.
Η Τουρκία έχει ήδη καταθέσει τη δική της πρόταση στο Κάιρο. Η Ελλάδα καλείται να απαντήσει με μια ολοκληρωμένη στρατηγική συνεργασίας, η οποία θα στηρίζεται σε συγκεκριμένα συμφέροντα, σταθερές διπλωματικές πρωτοβουλίες και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η Αίγυπτος δεν είναι δεδομένη. Η στρατηγική σχέση με την Ελλάδα πρέπει να αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από συμφέροντα, επιλογές και αποτελέσματα. Σε αυτή τη δοκιμασία θα φανεί αν η Αθήνα μπορεί να διαμορφώσει τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο ή αν θα συνεχίσει να αντιδρά στις πρωτοβουλίες των άλλων.