Βρισκόμαστε σε μια παράξενη, μακρινή χώρα την ημέρα που κλείνουν τα σχολεία. Τα παιδιά ήταν παντού πανευτυχή, αλλά σε κάποιο γραφείο δασκάλων κάποιοι ήταν προβληματισμένοι.
«Συνάδελφοι, τι ζήσαμε αυτή τη χρονιά…», είπε ένας δάσκαλος με φουντωτά μαλλιά.
«Ήμασταν λιγότεροι από ό,τι έπρεπε και τα παιδιά στις τάξεις ήταν τόσα πολλά. Σοβάδες έπεσαν στα κεφάλια μας…», είπε μια κοκκινομάλλα δασκάλα. «Να ανάψουμε κανένα κερί, ευτυχώς δεν έγινε δυνατός σεισμός!»
«Και κατηγορηθήκαμε για τα πάντα», συμπλήρωσε ένας νεαρός δάσκαλος που για πρώτη φορά άσκησε τα καθήκοντά του και είχε αποφασίσει ότι θα ήταν καλύτερα την επόμενη χρονιά να πουλάει παγωτά στο λούνα παρκ της πόλης.
«Πάμε στο Γραφείο Εκπαίδευσης να διαμαρτυρηθούμε!», φώναξε μια δασκάλα μικροκαμωμένη, με τεράστια γυαλιά.
Κι έτσι την ώρα που τα παιδιά στους δρόμους χοροπηδούσαν και έκαιγαν τα βιβλία τους, πήραν τον δρόμο για το Γραφείο Εκπαίδευσης. Υπάρχουν διαφόρων ειδών και ικανοτήτων δάσκαλοι, οι τέσσερις αυτοί αγαπούσαν στ’ αλήθεια τη δουλειά τους.
Όταν έφτασαν εκεί, χρειάστηκε να περιμένουν διακόσια τριάντα έξι λεπτά παρόλο που το νούμερο στο χαρτάκι τους ήταν το τέσσερα. Εξαντλημένοι από τη ζέστη και την αφαγία (γιατί κάποια παιδιά στο σχολείο το πρωί τούς έκρυψαν τα σάντουιτς) περίμεναν υπομονετικά.
Επιτέλους, κάποια στιγμή ο διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης τους έγνεψε από το γραφείο του να μπουν.
«Τι θα θέλατε, κύριοι;», ρώτησε χωρίς να σταματήσει να τακτοποιεί τα χιλιάδες χαρτιά που είχε μπροστά του.
«Θέλουμε να διαμαρτυρηθούμε για τις συνθήκες στο σχολείο μας. Το κτήριο είναι ετοιμόρροπο. Το καζανάκι λειτουργεί μόνο τις Τρίτες και τις Πέμπτες. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τα βιβλία και διαρκώς κάνουν φασαρία. Έχουμε ελλείψεις στο προσωπικό», είπε ο δάσκαλος με τα φουντωτά μαλλιά.
«Σήμερα, που έκλεισε το σχολείο, εμφανίστηκε ο δάσκαλος της μουσικής, τον οποίο τον περιμέναμε έναν ολόκληρο χρόνο…», είπε η μικροκαμωμένη δασκάλα με τα γυαλιά.
«Ορίστε, βλέπετε; Ήρθε! Κι εσείς όλη τη χρονιά μας κατηγορούσατε», απάντησε ο διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης, ακόμη χωρίς να τους κοιτάζει.
«Μα τι να το κάνουμε που ήρθε σήμερα, κύριε; Μπήκε μέσα σε μια τάξη κι έπαιξε στη φυσαρμόνικά του ένα καλοκαιρινό τραγούδι, τα παιδιά του πέταξαν μερικά τετράδια και μετά το σχολείο έκλεισε και όλοι φύγαμε», είπε η κοκκινομάλλα δασκάλα.
«Αγαπητοί κύριοι», είπε ο διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης καθαρίζοντας τον λαιμό του και σηκώνοντας το βλέμμα του για πρώτη φορά. «Τίποτα από όσα κάνουμε δεν συμβαίνει τυχαία. Ό,τι κάνουμε έχει επιστημονικό υπόβαθρο και είναι σύμφωνο με τις πρόσφατες παιδαγωγικές θεωρίες. Τα προγράμματα του Γραφείου Εκπαίδευσης είναι πολύ καλά μελετημένα. Τα μελετούμε τόσο πολύ, που μερικές φορές δεν προλαβαίνουμε καν να τα εφαρμόσουμε!»
«Και με τις υποδομές τι θα γίνει; Τις προάλλες μια μαθήτρια πήγε να ακουμπήσει στο καλοριφέρ και ολόκληρο το καλοριφέρ ξεκόλλησε», είπε ο νεαρός δάσκαλος.
«Αυτό λύνεται εύκολα, θα καταργήσουμε τη θέρμανση!», είπε ο διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης.
«Μα τι λες, άνθρωπέ μου, θα ξυλιάσουμε!», είπε η μικροκαμωμένη δασκάλα με τα γυαλιά, που μιλούσε στον πληθυντικό μόνο σε όσους της ενέπνεαν αληθινό σεβασμό.
«Ο δάσκαλος πρέπει να είναι πρότυπο αντοχής, κυρία μου! Ό,τι σας βλέπουν να κάνετε οι μαθητές, θα το κάνουν. Τι θέλετε, να βγουν μαλθακοί οι πολίτες του αύριο; Πρέπει να αντέχουν το κρύο, την πείνα, τη δυστυχία που προκαλεί η ασφυκτική ύλη. Αν αντέξετε, θα αντέξουν. Έχετε στους ώμους σας το βάρος της σκληραγωγίας ενός ολόκληρου λαού!»
«Μα ποια πείνα; Δεν εφαρμόζεται ούτε ένας κανονισμός για την υγιεινή διατροφή στα σχολικά κυλικεία και τα παιδιά τρώνε διαρκώς γλυκά», είπε ο δάσκαλος με τα φουντωτά μαλλιά.
«Ας κάνουν κάτι και οι γονείς τους! Όλα εμείς θα τα κάνουμε; Ας τους βάλουν γεύματα με στέβια. Με πίτουρο, με βρώμη, με αυτά που τρώνε τα άλογα τέλος πάντων! Σε όλα τα σοβαρά περιοδικά δίνουν ιδέες για τέτοιες νοστιμιές σε κάθε σχήμα, αστεράκι, ποντικάκι, πριγκίπισσα…», είπε ο διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης.
«Και ο αριθμός των μαθητών; Πρέπει να καταλάβετε ότι οι τάξεις σήμερα είναι σαν μικρά πεδία μάχης. Πρέπει να είναι λιγότερα παιδιά σε κάθε τμήμα…», είπε η δασκάλα με τα κόκκινα μαλλιά.
«Το θέμα αυτό φροντίζεται επιμελώς εδώ και αρκετά χρόνια. Σύντομα θα δείτε τα αποτελέσματα του πολύ καινοτόμου προγράμματός του Γραφείου Οικογενειακού Προγραμματισμού!», είπε πολύ σοβαρά ο διευθυντής.
Οι δάσκαλοι αναθάρρησαν.
«Πολύ σύντομα, κύριοι, οι μαθητές στις τάξεις σας θα είναι οι μισοί μαθητές. Και μετέπειτα ακόμα λιγότεροι. Σας το υπογράφω!», συμπλήρωσε και έβαλε την υπογραφή του σε μία λευκή κόλλα.
Οι τέσσερις απελπισμένοι άνθρωποι άρχισαν να αγκαλιάζονται με χαρά. Ο νεαρός δάσκαλος σκέφτηκε πως μάλλον δεν θα χρειαζόταν να γίνει παγωτατζής στο λούνα πάρκ. Αλλά κοντοστάθηκε.
«Πώς θα το κάνετε αυτό;», ρώτησε λίγο καχύποπτα.
«Εδώ και χρόνια φροντίζεται συστηματικά, ώστε οι νέοι πολίτες της παράξενης χώρας μας να μην θέλουν να τεκνοποιούν. Δεν έχουν χρήματα για να μεγαλώσουν παιδιά. Θεωρούν ότι ως τα σαράντα θα μένουν στα πατρικά τους σπίτια.»
Εκείνη την ώρα ο διευθυντής έβηξε απότομα.
«Επίσης, η μαζική κατάθλιψη που επικρατεί τα τελευταία χρόνια μειώνει σημαντικά τις απρογραμμάτιστες γεννήσεις!», φώναξε με ενθουσιασμό. «Ποιος έχει σήμερα διάθεση για σεξουαλικές συνευρέσεις;»
Τα χαμόγελα στα στόματα των δασκάλων πάγωσαν. Ο διευθυντής τους συνόδευσε ως την πόρτα.
«Εύχομαι καλή συνέχεια στο έργο σας. Να περάσει το νούμερο πέντε, παρακαλώ!», φώναξε και ξανακάθισε πάνω από τα χιλιάδες χαρτιά του.
Οι τέσσερις δάσκαλοι βγήκαν έξω. Κοίταζαν βουβοί ο ένας τον άλλον, όταν πέρασε από μπροστά τους ένας μικρός μαθητής τους με τη μαμά του.
«Μαμά! Οι δάσκαλοι!», φώναξε το παιδί. Άφησε το χέρι της μαμάς του και έτρεξε προς το μέρος τους. Τους αγκάλιασε όλους έναν-έναν πολύ σοβαρός, σαν να επιτελούσε το πιο ιερό έργο που θα έσωζε τον κόσμο.
«Καλό καλοκαίρι!», τους είπε ο μικρούλης κι όσο γρήγορα ήρθε, έφυγε.
Εκείνοι κοιτάχτηκαν ξανά μεταξύ τους. Σαν να χαμογέλασαν για λίγο κι ύστερα ο καθένας πήρε τον δρόμο για το σπίτι του.