Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση αφορά κυρίως τις τιμές των προϊόντων διύλισης πετρελαίου (diesel), εξαιτίας των πληγμάτων που έχουν δεχτεί πολλά διυλιστήρια, τόσο στις χώρες του κόλπου -και κυρίως στην Σαουδική Αραβία- όσο και στην Ρωσία, στο πλαίσιο των εν εξελίξει πολεμικών επιχειρήσεων. Το Αμερικανικό φιάσκο στο Ιράν που οδήγησε στο κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με το μπλοκάρισμα της Ερυθράς στο στενό του Μπαμπ Ελ Μαντέμπ της Υεμένης από τους Χούθι και την απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να αναστείλει τις εξαγωγές διυλισμένου πετρελαίου έως τα τέλη Σεπτεμβρίου μετά το πλήγμα στον αγωγό Ανατολής Δύσης, στερούν ένα σημαντικό μέρος της προσφοράς πετρελαίου και LNG της Μέσης Ανατολής από την παγκόσμια ζήτηση. Το χτύπημα του Ιράν στις εγκαταστάσεις Ras Laffan του Κατάρ εκτόξευσε τα συμβόλαια μακροπρόθεσμης εκτέλεσης φυσικού αερίου, ωθώντας την τιμή στον Ολλανδικό κόμβο συναλλαγών TTF στα 70 €/ MWh από 30€ πέρυσι την ίδια περίοδο.
Η αδυναμία κάλυψης του ορίου του 80% πληρότητας των δεξαμενών αποθήκευσης στην Ευρώπη –με τις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης να βρίσκονται πολύ κάτω από το 70% -,την καθιστά ευάλωτη στο πλαίσιο διεθνών ανταγωνισμών με την Κίνα που προωθεί ήδη νέα συμβόλαια εξαγοράς αργού πετρελαίου και αερίου για την μετά το 2030 περίοδο. Τέλος το ενδεχόμενο απαγόρευσης εξαγωγής ντήζελ από τις ΗΠΑ, που επεξεργάζεται το επιτελείο Τράμπ με σκοπό την αύξηση της εγχώριας προσφοράς και άρα της μείωσης των τιμών στην αντλία, που έχει ξεπεράσει τα 6,5$/ γαλόνι, ενόψει ενδιάμεσων εκλογών, ολοκληρώνει την προοπτική μιας τέλειας ενεργειακής καταιγίδας για την Ευρώπη στον επερχόμενο χειμώνα. Ο τρόπος εφαρμογής της στρατηγικής της Πράσινης μετάβασης με το σταμάτημα της εκμετάλλευσης κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων, έχει καταστήσει την Γηραιά Ήπειρο εξαρτώμενη από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ποσοστά άνω του 90%, με το 22% των εισαγωγών αργού πετρελαίου και το 11% της τελικής κατανάλωσης ντήζελ να προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Δεδομένου ότι το ντηζελ αφορά κυρίως το αγροτικό πετρέλαιο, τις μεταφορές και την θέρμανση, οι έως τώρα προτάσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων για περιορισμό της κατανάλωσης θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε επαναφορά μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων, μείωσης της παραγωγής στον πρωτογενή τομέα με αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και δυσκολίες στη θέρμανση των νοικοκυριών, με τις ανθρωπιστικές επιπτώσεις να εξαρτώνται από τις θερμοκρασίες του προσεχή χειμώνα. Η άνοδος των επιτοκίων καταθέσεων στο 2,5% από την ΕΚΤ, οι εκτιμήσεις για εκτόξευση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης από το 3,5% τον Αύγουστο και η άνοδος της απόδοσης των δεκαετών ομολόγων προεξοφλούν δημοσιονομικούς κινδύνους για χώρες με υψηλό χρέος και περεταίρω επιβράδυνση της ήδη ισχνής παραγωγής της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα
Η Ελλάδα παρά την ορθή επιλογή της αύξησης της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, παραμένει δέσμια του φυσικού αερίου. Το πρόβλημα σχετίζεται με την αδυναμία του ηλεκτρικού δικτύου να απορροφά όλη την πράσινη ενέργεια τις ώρες της υψηλής παραγωγής αλλά και την σημαντική υστέρηση στο επίπεδο της αυτοκατανάλωσης και των ενεργειακών κοινοτήτων.
Ο εκσυγχρονισμός του δικτύου και κυρίως η επένδυση στην αποθήκευση (μπαταρίες) δυστυχώς δεν αποτέλεσε την προτεραιότητα των διαθέσιμων κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Αυτό εμμέσως υπονόησε πρόσφατα ο υφυπουργός ενέργειας κος Τσάφος απαντώντας σε σχετικό δημοσίευμα για την μη έγκριση επένδυσης για αποθήκευση ενέργειας στη Δυτική Μακεδονία που είχε διασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ίδια κεφάλαια.
Η απόρριψη παραγόμενης πράσινης ενέργειας ή η εξαγωγή της σε γειτονικές χώρες καθιστά αποκλειστική την συμμετοχή του ακριβού φυσικού αερίου στην παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις νυχτερινές ώρες, το οποίο και καθορίζει την τελική τιμή της χονδρεμπορικής, η οποία εκτινάχθηκε πρόσφατα στα 214€/MWh.Είναι αυτή η τιμή βάση της οποίας υπολογίζονται οι λογαριασμοί των κυμαινόμενων τιμολογίων νοικοκυριών ενώ αυξάνουν κατακόρυφα τα κέρδη των παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.
Αυτά τα υπερ-κέρδη όπως και τα αντίστοιχα των εγχώριων διυλιστηρίων θα πρέπει να υπερ-φορολογούνται, συμβάλλοντας μονιμότερα στα κρατικά έσοδα. Έτσι θα δίνονταν η δυνατότητα της άμεσης μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης από 70λεπτά/λίτρο που είναι σήμερα στα 35 λεπτά, χωρίς την έγκριση της Ε.Ε, κατά το παράδειγμα της Γερμανίας. Εάν με την περσινή τιμή πετρελαίου θέρμανσης 1,10€/λιτρο, 1 στα 5 νοικοκυριά δεν μπορούσε να ζεστάνει επαρκώς το σπίτι του γίνεται ευλόγως κατανοητό το τι θα σημάνει το ενδεχόμενο του 1,75€ που άφησε να εννοηθεί πρόσφατα ο ΠΘ, ως πιθανό σενάριο φετινής τιμής.
Η προοπτική ενός ομολόγου για την ενέργεια σε επίπεδο Ε.Ε σε συνδυασμό με την δημοσιονομική ευελιξία θα έπρεπε ήδη να τίθενται μετ’ επιτάσεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς η ενεργειακή κρίση καθίσταται πολιτικά μη διαχειρίσιμη. Η άνοδος των άκρων που εργαλειοποιούνται από την Ρωσία επαναφέρει το αίτημα της εκ νέου ενεργειακής διασύνδεσης Ευρώπης-Ρωσίας, την ώρα που ο Πούτιν εξαπολύει υβριδικές επιθέσεις εντός ευρωπαϊκού εδάφους!
Αντίθετα τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, Νοτίως της Κρήτης και του Ιονίου πρέπει ν αποτελέσουν κατά προτεραιότητα τις ενεργειακές πηγές για την κάλυψη των εγχώριων και περιφερειακών αναγκών με επίσπευση της αξιοποίησης τους, υπερβαίνοντας τα φοβικά σύνδρομα της εγχώριας ελίτ έναντι της Τουρκίας.
Παράλληλα, η Ελλάδα θα πρέπει να διαπραγματεύεται βραχυπρόθεσμα χαμηλές τιμές εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ ως αντιστάθμισμα στα στρατηγικής σημασίας έργα υποδομής του κάθετου διαδρόμου και της συνεργασίας 3+1.