Παρέμβαση στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη έκανε ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, θέτοντας ερωτήματα σχετικά με τα χρήματα που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε πάνω του ο τραγουδιστής κατά τη διακομιδή του στο νοσοκομείο «Ελπίς», αλλά και για τις οικονομικές απαιτήσεις που φέρεται να είχαν προηγηθεί σε σχέση με τη θεραπεία που επρόκειτο να ακολουθήσει.
Όπως αναφέρει ο κ. Γιαννάκος, κατά την άφιξη του Γιώργου Μαζωνάκη στο νοσοκομείο συντάχθηκε, μεταξύ των διασωστών και των εργαζομένων στα επείγοντα, πρωτόκολλο παραλαβής των προσωπικών του αντικειμένων.
Σύμφωνα με την καταγραφή που επικαλείται ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, ο τραγουδιστής είχε πάνω του δύο χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, ένα των 20 ευρώ, τρία των 5 ευρώ και κέρματα, συνολικής αξίας περίπου 145 ευρώ.
Ο Μιχάλης Γιαννάκος συνδέει το συγκεκριμένο ποσό με τις οικονομικές απαιτήσεις που, όπως υποστηρίζει, είχαν διατυπωθεί για τη θεραπεία, κάνοντας λόγο για ποσά ύψους 6.000 ή 3.000 ευρώ. Παράλληλα, ζητά να διερευνηθεί από τις εισαγγελικές αρχές το σύνολο των καταγγελιών που έχουν διατυπωθεί γύρω από την υπόθεση.
Η ανακοίνωση του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ
Στην ανακοίνωσή του, ο Μιχάλης Γιαννάκος υποστηρίζει ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Ελπίς» χωρίς ζωτικές ενδείξεις και επαναφέρει το ζήτημα των χρημάτων που καταγράφηκαν στο πρωτόκολλο παραλαβής προσωπικών αντικειμένων.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Εκεί μεταξύ διασωστών και των εργαζόμενων στα επείγοντα συντάχθηκε πρωτόκολλο παραλαβής προσωπικών αντικειμένων.
Ο Μαζωνάκης πάνω του είχε δύο πενηντάευρα, ένα εικοσάευρω, τρία πεντάευρα και μερικά κέρματα. Σύνολο περί τα 145 ευρώ. Μην μου πείτε ότι πήγε να κάνει πλασμαφαίρεση με 145 ευρώ ή θα πλήρωνε το τσουχτερό κόστος 6.000 ευρώ ή έστω 3.000 ευρώ με τραπεζική κάρτα και απόδειξη; Δεν το πιστεύουμε».
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ υποστηρίζει ακόμη ότι θα πρέπει να διερευνηθούν οι καταγγελίες σχετικά με τις οικονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές φέρεται να διατυπώθηκαν.
Καταλήγοντας, ζητά την παρέμβαση των εισαγγελικών αρχών και, εφόσον προκύψουν ευθύνες, όπως αναφέρει, να εξεταστεί και το ζήτημα των χρημάτων που καταβλήθηκαν, με επιστροφή τους στην οικογένεια για «ουσιαστικούς και σημειολογικούς λόγους».