Το ράλι στις τιμές της ενέργειας το 2026, ως απόρροια της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, μας έδειξε ότι οι τιμές της ενέργειας μπορούν σε σύντομο χρονικό διάστημα να μετατραπούν σε οξύ κοινωνικό, πολιτικό και δημοσιονομικό πρόβλημα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην εαρινή της πρόβλεψη, έχει αναγνωρίσει το κατεπείγον της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε, καταγράφοντας μέτρα ύψους 14,5 δισ. ευρώ που υιοθέτησαν ή ανακοίνωσαν τα κράτη-μέλη για την αντιμετώπισή της.
Κι όμως μπροστά σε άλλον έναν δύσκολο χειμώνα, ελέω κλιματικής αλλαγής, εξακολουθούμε να λειτουργούμε με ένα τρόπο που αντιμετωπίζει την ενεργειακή κρίση σαν μια σειρά από εθνικές προκλήσεις.
Αυτό πρέπει να αλλάξει συθέμελα και αξιακά. Όχι με μια ακόμη οριζόντια επιδότηση ή έναν νέο γύρο από passes που θα πληρώσουν οι εθνικοί προϋπολογισμοί αλλά με έναν ευρωπαϊκό, προσωρινό και αυτοματοποιημένο μηχανισμό ευελιξίας, ο οποίος θα ενεργοποιείται όταν η αγορά εισέρχεται πραγματικά σε συνθήκες ενεργειακού σοκ.
Η Ευρώπη έχει ήδη το εργαλείο, της μένει η μεθοδολογία
Η Οδηγία 2003/96/ΕΚ ορίζει ελάχιστα επίπεδα φόρων για τα ενεργειακά προϊόντα. Είναι ένα απολύτως λογικό πλαίσιο σε συνθήκες κανονικότητας καθώς προστατεύει την ενιαία αγορά, αποτρέπει στρεβλώσεις και υπηρετεί, μεταξύ άλλων, τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ένωσης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κανονικότητα είναι πίσω μας και δίνει την θέση της σε καταστάσεις άτακτων ελιγμών.
Το άρθρο 19, συγκεκριμένα, επιτρέπει στο Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, να εγκρίνει πρόσθετες φορολογικές μειώσεις ή απαλλαγές για συγκεκριμένους λόγους. Το 2026 η δυνατότητα αυτή χρησιμοποιήθηκε ήδη στην πράξη όταν η Κροατία και η Σουηδία έλαβαν προσωρινές εγκρίσεις για να μειώσουν τον ΕΦΚ κάτω από τα ελάχιστα ενωσιακά επίπεδα, ακριβώς όπως είχε συμβεί και στην κρίση του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η ιστορία, δηλαδή, επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς αδόκιμο τρόπο διαχείρισης, ξεγυμνώνοντας το επίπεδο ετοιμότητας για τέτοιου είδους κρίσεις.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να το αποδεχθεί. Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει κάθε φορά να περιμένουμε να ξεσπάσει η κρίση, να υποβληθεί αίτημα, να ακολουθήσει πολύμηνη διαδικασία και να δοθεί ειδική έγκριση ανά κράτος, επιδεικνύοντας για πολλοστή φορά αργά αντανακλαστικά. Αυτό δεν είναι σίγουρα μηχανισμός κρίσης αλλά μια γραφειοκρατική διαχείριση της κρίσης, με καθυστέρηση που μετριέται σε μήνες ενώ οι οικονομίες των κρατών-μελών αιμορραγούν.
Από τις εθνικές εξαιρέσεις σε έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό
Η πρόταση, κατ’ ουσίαν, είναι απλή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να δημιουργήσει έναν προσωρινό μηχανισμό ενεργειακής αποσυμπίεσης που θα επιτρέπει αυτομάτως στα κράτη-μέλη να μειώνουν τον ΕΦΚ κάτω από τα ελάχιστα όρια της Οδηγίας 2003/96, όταν πληρούνται προκαθορισμένες προϋποθέσεις.
Όχι για πάντα ούτε χωρίς όρια ή κλίμακες και σίγουρα όχι επειδή μια κυβέρνηση αποφάσισε ότι χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο αλλά επειδή η αγορά ενέργειας καταγράφει πραγματική και παρατεταμένη εκτροπή.
Θα μπορούσε, επί παραδείγματι, να ενεργοποιείται όταν η τιμή ενός κρίσιμου ενεργειακού προϊόντος υπερβαίνει κατά 25% τον εποχικά μέσο όρο της προηγούμενης διετίας ή τριετίας για τουλάχιστον τέσσερις ή πέντε συνεχόμενες εβδομάδες και τότε να ενεργοποιείται μια προκαθορισμένη κλίμακα φορολογικής ανακούφισης. Ήτοι, όσο μεγαλύτερη η πίεση τόσο μεγαλύτερη η επιτρεπόμενη προσωρινή μείωση του ΕΦΚ. Όχι πολιτική διαπραγμάτευση ούτε παζάρι βασισμένο στους υφιστάμενους συσχετισμούς στις Βρυξέλλες αλλά θεσπισμένος κανόνας δημοσιονομικής ευελιξίας.
Ωραία όλα αυτά αλλά σίγουρα υπάρχει ένα δεύτερο ζήτημα, πολύ πιο σημαντικό από τον ίδιο τον μηχανισμό ενεργοποίησης, που εικάζει ο συντάκτης, ότι είναι και η βασική τροχοπέδη στην ανάπτυξη και το σχεδιασμό ενός τέτοιου μηχανισμού. Τι γίνεται δηλαδή με τα χαμένα φορολογικά έσοδα;
Αξιακή μεταρρύθμιση στη βάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
Εδώ η Ευρώπη πρέπει να τολμήσει μια αλλαγή νοοτροπίας. Ένα κράτος που μειώνει προσωρινά τον ΕΦΚ επειδή βρίσκεται αντιμέτωπο με μια αδιαμφισβήτητη ενεργειακή έκρηξη των τιμών δεν πρέπει να υποχρεώνεται να αντιμετωπίζει την απώλεια αυτή σαν μια μόνιμη δημοσιονομική τρύπα που πρέπει να καλυφθεί άμεσα με ισόποση αύξηση κάποιου άλλου φόρου ή με αντίστοιχη περικοπή δαπανών. Δεν μιλάμε για μια μόνιμη φορολογική μεταρρύθμιση, αλλά για ένα έκτακτο, προσωρινό μέτρο σταθεροποίησης και αποκλιμάκωσης των τιμών, όπου θα ανακουφίσει την τσέπη του καταναλωτή.
Το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263 και του βασικού πυλώνα του, διακρίνει τις μόνιμες παρεμβάσεις στα έσοδα από τις προσωρινές παρεμβάσεις έκτακτου χαρακτήρα. Εκεί ακριβώς πρέπει να επενδύσουμε. Η μείωση του ΕΦΚ ένεκα ενεργειακού κλυδωνισμού πρέπει να χαρακτηρίζεται αμιγώς ως προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης και να μην οδηγεί αυτομάτως σε υποχρέωση ισόποσης δημοσιονομικής αντιστάθμισης.
Γιατί υπάρχει ουσιώδης αντίφαση στο να λέμε σε ένα κράτος να προστατεύσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις από ένα εξωγενές ενεργειακό σοκ αλλά να φροντίσει πρώτα να βρει τα χρήματα ώστε το δίχτυ προστασίας αυτό να μην επηρεάσει τον προϋπολογισμό του. Αυτό δεν είναι αλληλεγγύη ούτε έχει καμία σχέση με την κοινωνική συνοχή και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όπως την οραματίστηκαν οι Ζακ Ντελόρ και Φρανσουά Μιτεράν. Είναι μετακύλιση ολόκληρου του κόστους της κρίσης στον εθνικό προϋπολογισμό.
Η πρόταση χρειάζεται και φόρμουλα εφαρμογής
Για να μην καταλήξει ο μηχανισμός σε πολιτική αυθαιρεσία, χρειάζεται ένας απλός κανόνας ενεργοποίησης. Δύναται να βασίζεται στη διαφορά μεταξύ της τρέχουσας τιμής και μιας διετούς ή τριετούς, εποχικά προσαρμοσμένης, τιμής αναφοράς ως βάση απόκλισης.
Όταν η τιμή υπερβαίνει τη βάση κατά 25%, ενεργοποιείται το πρώτο επίπεδο παρέμβασης. Στο 40% ενεργοποιείται δεύτερο επίπεδο, στο 60% τρίτο. Η επιτρεπόμενη μείωση του ΕΦΚ θα αυξάνεται αναλογικά με την ένταση των εξελίξεων αλλά θα έχει σαφές ανώτατο όριο και κυρίως θα έχει ημερομηνία λήξης. Εάν οι τιμές επιστρέψουν κάτω από το όριο ενεργοποίησης για συγκεκριμένο αριθμό εβδομάδων, η ενεργοποίηση του μηχανισμού θα παύει αυτοδικαίως.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί ο στόχος δεν είναι να καταργήσουμε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τις δεσμεύσεις μας για προσιτή, καθαρή και πράσινη ενέργεια. Είναι να μην αφήσουμε μία έκτακτη γεωπολιτική κρίση να μετατραπεί σε μόνιμη απώλεια αγοραστικής δύναμης και ανταγωνιστικότητας.
To Brussels from Greece
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη συζήτηση, όχι επειδή ζητά ειδική μεταχείριση αλλά επειδή φέρει πλέον το ανάστημα στους κόλπους των Βρυξελλών να καταθέσει μια βιώσιμη ευρωπαϊκή λύση, όπως το έχει ξανακάνει με τον σημερινό Πρωθυπουργό.
Η πρόταση μπορεί να είναι πολυσχιδής και πολυεπίπεδη. Πρώτον, προσωρινή δυνατότητα μείωσης του ΕΦΚ κάτω από τα ελάχιστα όρια της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ όταν ενεργοποιείται ο ευρωπαϊκός index ενεργειακής πίεσης. Δεύτερον, εξαίρεση της προσωρινής απώλειας εσόδων από την υποχρέωση άμεσης δημοσιονομικής αντιστάθμισης, εφόσον το μέτρο είναι χρονικά περιορισμένο και συνδέεται με τον αντικειμενικό μηχανισμό ενεργοποίησης που υφίσταται ήδη θεσμικά. Τρίτον, κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός παρακολούθησης, ώστε να αποφεύγονται στρεβλώσεις και αποκλίσεις μεταξύ όμορων κρατών, διασφαλίζοντας τοιουτοτρόπως ότι η μείωση του φόρου μεταφέρεται πράγματι και στις τελικές τιμές.
Η Επιτροπή έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη συντονισμένης ευρωπαϊκής αντίδρασης. Με την ανακοίνωση AccelerateEU της 22ας Απριλίου τ.έ. έθεσε τις βάσεις για κοινές αρχές άμεσης ανακούφισης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων. Τώρα χρειάζεται το επόμενο βήμα, από τη γενική διακήρυξη στην αυτοματοποίηση του συνεκτικού πλαισίου.
Η Ευρώπη έχει ένα μεγάλο τεχνοκρατικό πλεονέκτημα καθώς μπορεί να σχεδιάζει θεσμούς πριν από την επόμενη κρίση.
Ο χειμώνας δεν πρέπει να βρει τις κυβερνήσεις να χτυπούν ξανά την πόρτα των Βρυξελλών για μια προσωρινή εξαίρεση. Πρέπει να υπάρχει ήδη η διαδικασία έτοιμη προς υλοποίηση. Ένας δείκτης που θα μετρά τη κλιμάκωση της πίεσης της τιμής, ένας κανόνας που θα ενεργοποιεί την παρέμβαση, ένα ανώτατο όριο, μια ρήτρα λήξης και μια καθαρή δημοσιονομική παρέκκλιση για όσο διαρκεί η έκτακτη κατάσταση.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην προστασία των πολιτών. Χρειάζεται να αφουγκραστεί ότι η δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς μηχανισμό διαχείρισης της κρίσης μπορεί να γίνει η ίδια πηγή οικονομικής ασφυξίας.
Το ζητούμενο δεν είναι απλά ένας φθηνότερος ΕΦΚ. Το να αποκτήσει η Ευρώπη έναν αυτόματο δημοσιονομικό αερόσακο ασφαλείας για την επόμενη ενεργειακή κρίση είναι ζωτικής σημασίας. Γιατί η επόμενη εισερχόμενη κρίση δεν θα περιμένει να ολοκληρωθεί η επόμενη ευρωπαϊκή γραφειοκρατική διαδικασία.